Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Επανάσταση του 1821 και Άγιον Όρος

 


Η Επανάσταση του 1821 βρίσκει το Άγιον Όρος να δονείται από ενθουσιασμό. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και τα πνεύματα εξημμένα.

Το μήνυμα της Επανάστασης του 1821 βρίσκει τον Αθω να δονείται από ενθουσιασμό. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και τα πνεύματα εξημμένα. Η διάδοση της συγκλονιστικής είδησης του απαγχονισμού του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ (10 Απριλίου 1821), της τραγικής εκείνης μορφής της τόσο συνδεδεμένης με το Αγιον Όρος. Η αναγγελία της Επανάστασης στο Μωριά και η μόνιμη τούρκικη τυραννία, είναι ισχυρά εναύσματα για ν ανάψουν μεγάλη πυρκαγιά.

Στον πυρετό της Επανάστασης οι Μονές παραχωρούν στους επαναστάτες τα κανόνια τους, πυρομαχικά και τρόφιμα, ενώ μετατρέπουν τα χαλκιάδικα σε οπλουργεία.

Η Ιερά Κοινότητα συντονίζει τις ενέργειες όλες, κι αυτή συγκεντρώνει τα χρήματα του αγώνα. Ταυτόχρονα καλεί τον Εμμανουήλ Παπά, που βρίσκεται από το Μάρτιο του ιδίου έτους στη Μονή Εσφιγμένου να παραλάβει τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.

Ήταν πολύ εντυπωσιακός ο ξεσηκωμός εκείνος και δεν επέτρεπε αμφιταλαντεύσεις. Ένα θούριο ποίημα Αγιορείτη υμνογράφου, ψάλλει εναντίον του «αιμοβόρου τυράννου Σουλτάν χασάπη» και προσανατολίζει τις συνειδήσεις των επαναστατών στην ένδοξη Ιστορία τους:

Ναι, ω πατριώται μου, ας ορκισθώμεν

ή να νικήσωμεν ή να χαθώμεν

θάνατος ο ένδοξος ειν ίδιον ημών.

Γενναίοι οπλίται, μαζί πολεμείτε

τους τυράννους φωνείτε: σηκτίριν μπουρτά!

Ας επαναλάβωμεν κάθε φροντίδα

να ελευθερώσωμεν φίλην πατρίδα

ναι να ανακτήσωμεν την γην την πατρικήν

……………………………………..

 

Αλλά και η Ιερά Κοινότητα, χωρίς ποιητική έξαρση, όπως ο παραπάνω στιχουργός, με ανυποχώρητη όμως σταθερότητα, έγραφε προς όλους τους μοναχούς:

«Να στεκώμεθα δια το καλόν του Κοινού μας έως θανάτου κατά χρέος… μάχου υπέρ Πατρίδος και Πίστεως».

Κι οι αντιπρόσωποι των Μονών μεταβαίνουν στα πεδία των μαχών και εμψυχώνουν τους μαχητές τους «εν όπλοις αδελφούς Κελλιώτας και άλλους» «ποτέ μεν με λόγους αδρούς και δραστηρίους, ποτέ δε δι υποσχέσεων μεγάλων εκκλησιαστικών βραβείων, ποτέ δε δια δόσεως …», «δια να πολεμούν όλοι με περισσότερον θάρρος και θερμότερον ενθουσιασμόν, και επομένως να καταβληθή ο εχθρός».

Επιστρατεύει έναν ασκητή «επιστήμονα κατασκαφής χανδακίων», «μαστόρι τογραματζί» που εργαζόταν στον Αλή Πασά και στέλνει στη Βίγλα να επιστατήσει στη διάνοιξη τάφρων.

Άλλος πάλι, ο Διονύσιος Πύρρος ο φαρμακοποιός, επιστρατεύεται για την κατασκευή πυρίτιδας.

Επίσης επιστρατεύονται τοπζίδες, δραγουμάνοι, ράφτες, κανονιέροι.

Προσευχές διαβάζονται στους ναούς και κινούν σε συμπάθεια τη Μητέρα του Θεού: «Αφάνισον, Δέσποινα, τας εν τω μέσω ημών μνησικακίας, και χάρισαι ημίν αγάπην, ειρήνην, ομόνοιαν … (οι τύραννοι) δια την μεγάλην αυτών απανθρωπίαν, εισίν άνθρωποι άσπλαγχνοι και λύκοι αχόρταστοι. Ελευθέρωσον ημάς τα τέκνα σου νυν, Δέσποινα, ελευθέρωσον εκ των χειρών των Αγαρηνών και λύτρωσαι ημάς ταχέως εκ της πικράς και πολυχρονίου αιχμαλωσίας …».

Ο Εμμανουήλ Παπάς, ο αγνός εκείνος και ανιδιοτελής πατριώτης, μετά την επίσημη ανακήρυξή του σε αρχιστράτηγο του αγώνα, κατά την τελετή που έγινε στο Πρωτάτο, μεταβαίνει στον Πολύγυρο, όπου κηρύσσει την Επανάσταση, στα επαναστατημένα ήδη χωριά της Χαλκιδικής. Ο στρατός αποτελείται από 3.900 πολεμιστές. Από αυτούς οι 1.000 τουλάχιστον είναι Αγιορείτες μοναχοί.

Ι.Μ.Εσφιγμένου


Δύο Μονές, η Εσφιγμένου και η Χιλιανδαρίου γίνονται τα προκεχωρημένα φυλάκια.

Η Εσφιγμένου, έχοντας ηγούμενο τον Ευθύμιο, ιδιαίτερο γραμματέα του Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, Φιλικό και στενό συνεργάτη του Εμμ. Παπά, δίνεται ολόκληρη, με όλους τους μοναχούς της, στην Επανάσταση.

Εντός του Όρους, «με θέλημα του Άρχοντος (του Εμμ. Παπά) και των Πατέρων του Όρους, εψηφίσθη ο κυρ Νικηφόρος (ο Ιβηρήτης) διοικητής και κριτής…, να κρίνη δηλαδή και να διορθώνη τον καθένα με φόβον Θεού και διάκρισιν πολλήν, ως επίσταται». Οι μέχρι χτες ταπεινωμένοι και εξουθενωμένοι ραγιάδες ορθώνονται απέναντι του τύραννου. Ένας ποταμός από γυμνά, κάτισχνα κορμιά, με φλογερές όμως καρδιές, ξεκινά ογκούμενος από την Κουμίτσα, περνά την Ιερισσό, το Χολομώντα, τη Γαλάτιστα, τα Βασιλικά, κυνηγώντας με ορμή τους πτοημένους Τούρκους, που βρίσκουν προστασία στα τείχη της Θεσσαλονίκης: «όλα τα χωρία μας ευρίσκονται εις τα όπλα και κινούνται εναντίον του κοινού εχθρού του γένους και της πίστεως με μεγάλην θαρραλεότητα και ορμήν, ώστε οπού οι μουσουλμάνοι κυριεύονται από άκραν δειλίαν. Αναχωρούν αγεληδόν από τα χωρία των και δραπετεύουν με φόβον μεγάλον …» Και σ’ όλες τις μάχες βρίσκεται παρών ο επίσκοπος Ιερισσού Ιγνάτιος ο Αγιορείτης που «συναγωνίζεται» με τους πολεμιστές, εμψυχώνοντάς τους.

Τα χωριά των τούρκων γίνονται στάχτη: «έκαψαν και πολλά χωρία των αγαρηνών οι εδικοί μας …» (πρόκριτοι Καλαμαριάς προς Εμ. Παπά, 2 Ιουνίου 1821) και οι επαναστάτες θριαμβεύουν: «είμεθα γυμνοί καθ’ όλα. Προχωρούμεν όμως, καίτοι αδύνατοι από τζιπχανέ (= εφόδια), θριαμβευτικώς … Το στράτευμά μας, έως αυτήν την ώραν, επλησίασεν τριών ωρών μακρόθεν της Θνίκης» ( Ιω. Χ΄χρήστου προς Εμ. Παπά, 6 Ιουν.). Όλα βαίνουν καλώς: «εν ενί λόγω τρέχουν, Θεού συναιρομένου, τα πράγματα αισίως και κατά ρουν …» ( Γεδεών μον. και Δ. Νικολάου προς Εμ. Παπά, 3 Ιουν.) Όμως όσοι συντονίζουν την Επανάσταση αρχίζουν ν’ ανησυχούν: «η ορμή των Ελλήνων είναι ακράτητος … πλην … η έλλειψις της μπαρούτης είναι το μόνον μέσον να εμποδίση και την ορμήν ταύτην» (Εμ. Παπάς προς Σπετσιώτες, 12 Ιουν.), ενώ οι ανάγκες αυξάνουν: « …και ο τόπος έμεινεν ενταύθα εις μεγαλωτάτην ένδειαν από τα ανγκαία, ανθρώπους, δηλονότι, μπαρούτι, βόλια κ.α., κοντά εις τα οποία ολιγοστεύει και η ζωοτροφία μας. ήδη ευρισκόμεθα εις μεγαλώτατον και προφανή κίνδυνον …» ( Ιερά Κοινότης προς Σπετσιώτες, 14 Ιουν.).

Οι Τούρκοι κατά τις επόμενες μέρες θ’ αντιληφθούν και θα πληροφορηθούν ότι πυρίτιδα υπάρχει λιγοστή στο στρατόπεδο των Ελλήνων: «μπαρούτι, το οποίον είναι πολλά σπάνιον και σχεδόν ελλειπές διόλου» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Έτσι οι όροι αντιστρέφονται. Οι αμυνόμενοι αρχίζουν να γίνονται οι επιτιθέμενοι: «…των ασεβών, των ελθόντων μέχρι Κομίτζης και καθ’ εκάστην με μέγα θράσος και αφοβίαν εφορμούντων. Επειδή κατέκαυσαν όλα τα χωρία και μετόχια, ομού με τους καρπούς … και τα μέγιστα απελπισθέντες (οι επαναστάτες) ήρξαντο κατά μέρος δραπετεύειν …» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Οι υπερασπιστές, όσοι δεν πτοούνται – μοναχοί και λαϊκοί – «στέκονται αργοί, με το να μη έχουν φυσήκια» (Ιερά Κοινότης προς Παπά, 26 Ιουν.).

Οι εχθροί πυρπολούν και την Ιερισσό, το τελευταίο προπύργιο της ηπειρωτικής Χαλκιδικής, πριν να εφορμήσουν στις Χερσονήσους: «…οι εχθροί μας ανεχώρησαν από Ερισόν, καίοντες διόλου το χωρίον» (πλοίαρχος Αθ. Μαργαρίτης προς Παπά, 13 Ιουλ. 1821). Οι δύο όμως Χερσόνησοι παραμένουν ελεύθερες: «Κατά το παρόν καταπολεμούμεν τους εχθρούς εκ των δύο χερσονήσων, της τε Κασσάνδρας και του Αγίου Όρους, ερχομένους καθ’ εκάστην καθ’ ημών με ωμότητα και θηριωδίαν …» ( Παπάς προς Λ. Κουντουριώτη, 4 Αυγ.). Στα στρατόπεδα δεν είναι μόνο η έλλειψη των πυρομαχικών πιεστική, αλλά και των τροφίμων. Όμως πιο τραγικό είναι η διχόνοια που εγείρεται μεταξύ των δύο αρχηγών: του Εμ. Παπά και του Ρήγα Μάνθου. Οι δύο άντρες έρχονται σε ρήξη κατά το τέλος Ιουλίου με άγνωστη έκβαση. Αλλά και όλες μαζί οι νίκες των επαναστατών έμελλε να υπερκεραστούν από μια και μόνο ήττα, εκείνη της 15 Σεπτ., στην αμυντική γραμμή της Κασσάνδρας.

Στο μεταξύ ο τούρκικος στρατός, ανοργάνωτος και ηττοπαθής, ενισχύεται κατά την προέλασή του με νέες δυνάμεις. Κατά το τέλος Ιουλίου, παύεται ο Μπαϊράμ πασάς και τοποθετείται ο βαλής Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Εμίν Αβδουλάχ πασά ή Αβδούλ Ρομπούτ (το δεύτερο όνομα του έδωσε αφορμή να μετονομασθεί, με την αλλαγή κάποιων γρμμάτων, σε Εμπού Λουμπούτ=Ροπαλοφόρος).


Η τούρκικη επέλαση είναι σαρωτική. Στις 27 Οκτωβρίου (παλαιό ημερολόγιο) οι Τούρκοι εισέρχονται στον Πολύγυρο. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται: διαδραματίστηκαν τέτοιες «σκηνές φρικτής ακολασίας και απανθρωπίας, που για δεκάδες χρόνια έμειναν ζωηρά χαραγμένες στη μνήμη των αυτοπτών μαρτύρων». Τρεις μέρες μετά ( 30 Οκτωβ.) διασπάται το αμυντικό τείχος της Κασσάνδρας και η χερσόνησος εκείνη παραδίνεται στις φλόγες. Οι χριστιανοί έχουν καταφύγει έντρομοι στον Άθω, στον μόνο τόπο που δεν πάτησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι. Οι ώρες είναι πολύ κρίσιμες και οι πολλαπλές μέριμνες της Ιεράς Κοινότητος επαυξάνουν την αγωνία της, να διαφυλάξει την ακεραιότητα του Τόπου και των 7.000 γυναικοπαίδων από τη Χαλκιδική και τα γύρω νησιά που βρίσκονται εδώ από την έναρξη της Επανάστασης. Μια επιστολή της Ιεράς Κοινότητος προς τους Υδραίους (29 Ιουνίου) διεκτραγωδεί τις δραματικές εκείνες ώρες των όσων «ανδρών, γυναικών και παιδίων υπομαζίων», που έφθασαν «έως τους πρόποδας του κυρίου και δυσβάτου Άθωνος, ζητούντες με παθητικάς φωνάς και ελεεινοτάτην κατάστασιν,άρτον …» Ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών και το σβύσιμο της χιλιόχρονης μοναχοπολιτείας επίκειται. Έτσι, με την κλιση της πλάστιγγας υπέρ των Τούρκων, αρχίζει και η στροφή των Αγιορειτών προς τη διαλλαγή.

Λοιπόν πρώτα ελευθερώνεται ο ζαπίτης του Όρους, ο οποίος ετηρείτο καθ’ όλο το διάστημα των επιχειρήσων, στη Μονή Κουτλουμουσίου. Ο ζαπίτης, άνθρωπος περιοριμένης διανοητικότητας και ανίδεος της εξέλιξης των πραγμάτων συντάσσει αμέσως γράμμα, καθ’ υπαγόρευση βέβαια, προς τη Μονή Εσφιγμένου (9 Νοεμβ.): να του στείλουν αμέσως δέσμιους «τον λεγόμενον Άρχοντα (τον Παπά δηλαδή) μετά του επαράτου και οπαδού του Νικηφόρου, τους οποίους να τους πιάσητε και να μου τους στείλετε, ομού και τον ηγούμενόν σας …» Μια επιτροπή από δώδεκα μοναχούς στέλνεται στον Λουμπούτ (11 Δεκ.), που είχε στρατωνίσει στο χωριό Άγιος Μάμας, της επιτροπής είχε προηγηθεί 8μελής αντιπροσωπία. Η «προσκύνησις» φαίνεται να ήταν η μόνη λύση. Έχει δε το ελαφρυντικό ότι έγινε μετά τη μάχη της Κασσάνδρας και σκηνοθετήθηκε έτσι ώστε να θεωρηθούν ένοχοι μόνο ο Εμ. Παπάς, ο Νικηφόρος Ιβηρίτης και ο Ευθύμιος Εσφιγμενίτης. Ο πασάς, πιστεύοντας ότι το Όρος είναι καλά οχυρωμένο, αμφέβαλλε για την ειλικρίνεια των προθέσεων της αγιορείτικης αντιπροσωπίας. Τελικά, αφού διαπίστωσε την αλήθεια, αναφώνησε: «Εύγε σας καλογέροι, οπού προφθάσατε και με προσκυνήσατε …!»

Ο Λουμπούτ ήταν πολύ πονηρός και κέρδιζε περισσότερα με την τακτική της αλεπούς: έπρεπε πρώτα να γίνει κυρίαρχος της Χερσονήσου, κι ύστερα ήξερε … Έτσι, σύμφωνα με περιγραφή του Δοσίθεου: «Εφαίνετο εις όλους γλυκύς, ήμερος, και όλος γεμάτος καλωσύνην. Το πρόσωπόν του έδειχνε εις τους ανθρώπους παντοίαν ευφροσύνην και χαράν, και έλεγε προς τους καλογήρους οπού τον επροσκύνησαν, ότι διόλου ας μη υποπτεύωνται, μήτε να φοβώνται και λυπούνται, καθότι τρεις ημέρας , και όχι περισσότερον, οι άνθρωποί του θέλουν σταθεί εις το Όρος …». Οι όροι που θέτει ο Τούρκος είναι επαχθέστατοι: 3.000 πουγγιά (από το λατινικό pugio, 1 πουγγί=500 γρόσια) δηλαδή 1.500.000 γρόσια πολεμική αποζημίωση. Το τι αντιπροσωπεύει αυτό το ποσό φαίνεται αν συγκριθεί με τα 12.000 γρόσια μηνιαίο ναύλο μιας γολέτας «καλά αρματωμένης με κανόνια και λοιπά λιανά άρματα, και με ναύτας στρατιώτας πεντήκοντα», να περισκοπεί τη Χερσόνησο «νύκτα τε και ημέραν». Για την ασφαλή λήψη της αποζημίωσης ο Εμίν ζητά και δέκα έγκριτους Αγιορείτες μαζί με τις συνοδίες τους, ως ομήρους στην Κωνσταντινούπολη, ενώ 100 μοναχούς, τους «μετοχιάριους» έχουν μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη.

Επίσης ζητά να του παραδοθεί ο Εμ. Παπάς, ο οποίος κρυβόταν στο Όρος και το κρησφύγετό του γνώριζαν λίγοι. Το έργο της προδοσίας ο τούρκος αναθέτει στον Εσφιγμενίτη αρχιμ. Κύριλλο. Ο Κύριλλος συναντά τον Παπά και του αποκαλύπτει το σχέδιο του Λουμπούτ, κι έτσι οι δυό τους αναχωρούν από το Όρος με πλοίο, όμως ο ήρωας της Επανάστασης, «από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνος» πεθαίνει κατά το ταξίδι «εξ αποπληξίας». Ασφαλώς οι όροι θα ήταν σκληρότεροι αν η Ιερά Κοινότης δεν είχε τη σύνεση να ασφαλίσει τον καϊμακάμη του Όρους μαζί με τους υπαλλήλους του στη Μονή Κουτλουμουσίου, καθόλο το διάστημα των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο μεταξύ οι βάρβαροι ξεσπούν με εκδικητική μανία στον ανδρισμό της φυλής μας. Κάποιες φράσεις από ένα έγγραφο της Ιεράς Κοινότητος (1 Μαρτίου 1822) είναι εν προκειμένω αποκαλυπτικές: οι τούρκοι οργώνουν το Όρος «ζητώντας άρματα και παιδιά …, περπατούν εις τα κελλιά από σπίτι σε σπίτι γυρεύοντας παιδιά …» και, γι’ αυτό το λόγο, οργανώνουν «τευτήσι» (αιφνίδιες έρευνες) στα σκηνώματα του Όρους.

Ο Λουμπούτ, μετά την ανέλπιστη εκείνη νίκη και την ολοκληρωτική επικράτησή του στη Χαλκιδική προάγεται σε βεζύρη και στρατάρχη, ενώ ο σουλτάνος, με γράμμα του προς αυτόν, εκφράζει την ευαρέσκειά του, στέλνοντας του δώρο «μίαν χρυσοποίκιλτον ερραμμένην στολήν εκ μηλωτής ερμίνας, χάρμα των οφθαλμών, ως και μίαν σπάθην με αδαμαντοκόλλητον λαβήν». Για την είσπραξη της αποζημίωσης ορίζεται ως εισπράκτορας ο άρχοντας στη Θεσσαλονίκη Βασματζής Σπανδωνής, κι αργότερα ο γιος του Κωστάκης. Ο γιος δεν ήταν του ηθικού αναστήματος του πατέρα του. Το αρχικό ποσό των 3.000 πουγγιών, πριν περάσει χρόνος, βρίσκεται αυξημένο κατά 10%. Για τη γρήγορη και αποτελεσματική είσπραξη της αποζημίωσης, οι τούρκοι βασανίζουν τους όμηρους: «έδειραν όλους ανηλεώς και κατ’ εξοχήν τον κυρ Σπανδωνήν …. και ευρίσκεται ημιθανής». Μέχρι αυτή τη στιγμή πέθαναν και δύο μοναχοί, από τα μαρτύρια. Τα μοναστήρια, για να μπορέσουν να ξοφλήσουν το βαρύ τίμημα, πουλούν ό,τι έχουν ή πέφτουν στα δίχτυα εβραίων και τούρκων τοκογλύφων. Η ερήμωση του Όρους και της λοιπής Χαλκιδικής είναι τραγικά και αξιοθρήνητη: «Τι παιδείαι, τι τυραννίαι είναι εις τα λοιπά μοναστήρια, δεν ημπορούμεν να σας παραστήσωμεν. Είναι σχεδόν απερίγραπτα…». Κι αλλού: «υπεμείναμεν πύργους, φυλακάς, δεσμά, άλυσες, κρεμάλες κατακέφαλα …κανείς δεν μας ελυπήθη …».



Ο αριθμός των μοναχών από «2.980 ονόματα», τον Αύγουστο του 1821, μειώθηκε σε λίγους μήνες, κατά δύο τρίτα. Όλοι οι μοναχοί «δεν συμποσούνται ούτε εις χιλίους …άλλοι μεν τρέφονται εκ των ψιχίων των ταγινίων (ελλ. ταγή> τουρκ. Tayin = μερίδα, σιτηρέσιο) των στρατευμάτων, και άλλοι με χόρτα μόνον …». Είναι «μεγάλη η συμφορά και παντελής ο αφανισμός των εν αυτώ (Αγίω Όρει) ενασκούντων δυστυχισμένων πατέρων», αλλά και των μονών, οι οποίες έφθασαν «εις τέλειον γονατισμόν». Οι τούρκοι συνεχίζουν να «παιδεύουν, να τυραννούν τους ανθρώπους» και η Ιερά Κοινότης να προκαλεί το μαρτύριο: «αν είναι του βασιλέως να μας χαλάση, ας μας χαλάση μίαν ώρα πρωτύτερα …». Σ’ άλλο γράμμα της η Ιερά Κοινότης γράφει στον Εμίν: «κόπιασε μόνος εις τα μοναστήρια, και ό,τι εύρης πάρετα. Ημείς είμεθα ευχαριστημένοι να μας αφήσης με το υποκάμισο…» Ο Άθως στενάζει, χωρίς να βρίσκει διαφυγή. Από την ημέρα της συνθηκολόγησης (15 Δεκ. 1821) βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Όρος 3.000 τούρκοι οπλίτες. Στη Λαύρα μόνο εγκαθίστανται 372 καθώς και 61 άλογα. Όλοι αυτοί, απάνθρωποι και υπάνθρωποι, με το γνωστό αγέρωχο ύφος του βάρβαρου νικητή, τρέφονται από τις Μονές και υπηρετούνται από τους μοναχούς καθόλο το διάστημα των 100 μηνών που μένουν εδώ.

Οι μοναχοί, όπως πληροφορεί επιστολή της 27-2-1825, «καθημερινώς σχεδόν αγγάριαις και ξύλα κουβαλούσιν εις τους ώμους». Άλλοι σκόρπισαν «ένθεν κακείθεν», άλλοι «ανηλεώς εξ αυτών εθανατώθησαν δια ποικίλων βασάνων και άλλοι κουλοί και μυσιροί έμειναν». Εδώ «ούτε γη σπείρεται, ούτε αμπελώνες καλλιεργούνται ούτε άλλο τι χρήσιμον εργόχειρον δουλεύεται». «από μεν το εν μέρος τα αδιάκοπα μηνιαία των στρατιωτών, από δε το άλλο αι καταδρομαί των κατηραμένων ληστών, οίτινες επροξένησαν τα μεγαλείτερα κακά δι’ ημάς και έφερον εν ενί λόγω την παντελή ερήμωσιν του Τόπου».

Σ’ άλλο γράμμα, του δικαίου της Αγίας Άννης, σημειώνεται με παραστατικότητα: «Οι εναπολειφθέντες απεκάμαμεν …μίαν σπιθαμήν αι γλώσσαι μας έξω κρεμασμέναι ωσάν τους ψωριασμένους σκύλους. Αγγαρίαις εις 25 νεφέρια (στρατώνες) οπού δεν προφθάνομεν να τους υπηρετώμεν … Εις τρεις μήνας μόνο λογαριαζόμεθα να εξοδεύθη λάδι μόνον έως τριακοσίας οκάδας, αφήνομεν τα λοιπά».

Το διοικητικό κέντρο του στρατεύματος βρίσκεται στη Μονή Βατοπεδίου. Επικεφαλής είναι ο σερασκέρης Μουράτ αγάς που διορίστηκε από τον ίδιο τον Λουμπούτ. Ο Μουράτ, σκληρός και βάρβαρος, ξεσπά ακόμα και στα κτίσματα. Συχνά ηγείται των βανδάλων ομόθρησκών του που καταστρέφουν καθετί Χριστιανικό. Η μανία τους είναι ακόρεστη: «αι άγιαι εικόνες εκεντήθησαν, οι οφθαλμοί των αγίων των εν τοις τοίχοις ιστορημένων εξωρύχθησαν, τα ιερά σκεύη και κειμήλια ηρπάγησαν, μοναχοί εφονεύθησαν και άλλα δεινά απερίγραπτα συνέβησαν δακρύων άξια …». Οι κακίες τους «δεν γράφονται όλαι καταλεπτώς. Μήτε αυτούς τους θείους ναούς αφήκαν οι ασεβείς, χωρίς να τους βεβηλώσουν και να τους μολύνουν, διαφθείροντες τας ιστορίας των (τις αγιογραφίες τους)».

Ο αγάς βέβαια αντέγραφε τον πασά, που έδινε υποσχέσεις πως θα τηρηθούν κάποιοι στοιχειώδεις όροι ανθρωπιάς προς τους ηττημένους, και όλο γινόταν πιο θηριώδης. Για τον Εμίν έγραψαν οι προϊστάμενοι της Βατοπεδίου: Μέχρι χθες «επολιτεύετο η αλωπεκή, σήμερον επαρρησιάσθη η λεοντή». Συνεχώς, χωρίς αιτία, ανατρέπει τα συμφωνημένα και αυξάνει το ποσό της αποζημίωσης. Χρησιμοποιεί την κλασική μέθοδο των βασανιστηρίων για ν’ αποσπάσει το τυχόν μυστικό, που αφορά την απόκρυψη των κειμηλίων της μονής: «Την Δευτέραν στέλλει καβάσην και σηκώνει τον καθένα με ποδοκόπι (η «ποδοκάκη» των αρχαίων, λέγεται και «μποκαγιάς» και «τουμπρούκι» και «ξύλον» χοντρόν-χοντρόν».

Η φυλακή, ο πύργος του Πρωτάτου, είναι γεμάτη: «Από χθες (14 Μαρτίου 1822) έβαλαν εις τον πύργον κελλιώτας και μοναστηριακούς και σήμερον ετοίμασε (ο Εμίν) ξύλα και άλλα παιδευτήρια δια αύριον». Επίσης ζητά και παίρνει το λάδι απ’ όλα τα σηνώματα του Όρους «ως 50 χιλιάδες οκάδες». Επίσης μολύβι του ίδιου βάρους καθώς και τα χαλκά και αργυρά σκεύη. Αρπάζει ακόμα, κι όλη την παραγωγή των λεπτόκαρων. Και πάντοτε, με ακόρεστη πλεονεξία, αρπάζει. Έχει μεγάλη προτίμηση στο γιδίσιο κρέας: «θέλει κάθε ημέραν από ένα κατσίκι»! Από την άλλη ο Μουράτ κάποια στιγμή ζητά από τις Μονές Βατοπεδίου και Ζωγράφου 12 κατσίκια. Κι οι μοναχοί, χωρίς να εκπέσουν της αξιοπρέπειας συνιστούν: Να δώσουμε ό,τι ζητούν «κατά την δύναμή μας. Να ελπίζωμεν εις το θείον έλεος, και δεν θέλει μας αφήσει. Ας τα δίδωμεν … έως να έλθη ο μέγας αγανακτισμός και η ποινή του αγίου Θεού εις την κεφαλήν του».

Και ο «αγανακτισμός» ήρθε. Οι δύο αξιωματούχοι κατά τα μέσα του 1824 πέφτουν στη σουλτανική δυσμένεια, δημεύεται η περιουσία τους και καταντούν ζητιάνοι .

Όλοι οι αγάδες είναι ίδιοι. Ένας αγάς, κάθε λόξα «οπού του προήρχετο από την υποχονδρίαν του, δεν ελείψαμεν να φέρωμεν ιατρόν και να τον βαστάζωμεν επί πολλάς ημέρας δια να τον περιθάλπη και να τον παρηγορή και να τον ιατρεύη με έξοδά μας …και να τον ευχαριστούμεν με φιλοδωρίας αδράς προς ευχαρίστησίν του με όλην μας την πτωχίαν και δυστυχίαν …», γράφει η Σύναξη. Κι άλλος: «κακοποιεί αναιτίως και καταζημιοί αδίκως τον τυχόντα αθώον και άπταιστον μηδόλως θέλων να ηξεύρει νόμον και δικαιοσύνην …καταχαρπαλαδίζει τον καθ’ ένα μετά θυμού και οργής χωρίς νισάφι … θέλει τον χρόνον δεκαπέντε – είκοσι πουγγεία …πολλούς δούλους και πολλά έξοδα δια μεγαλοπρέπειάν του, οπού ημείς καθημερούσιον αποθνήσκομεν εις τας φυλακάς …αυτός θέλει μουτπάκια (=μαγειρέματα) και τραπέζια πλουσιώτατα με δέκα και δεκαπέντε σαχάνια (=πιάτα) εις καιρόν οπού ημείς ψωμί δεν έχομεν να φάγωμεν …».

Αλλά η αποζημίωση δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθεί. Η Ιερά Κοινότης με μια «αναφοράν ολοσφράγιστον» (27 Μαρτίου 1823) ζητά απ’ το Πατριαρχείο να μεσιτεύσει για την έκδοση δύο φιρμανίων «του μεν προς πώλησιν των εν Μολδοβλαχία και αλλαχού κτημάτων, του δε προς αναβολήν της πληρωμής των 1.000 πουγγίων» που έπρεπε να πληρωθούν αμέσως. Λίγο πριν, η Μονή Χιλιανδαρίου, στην απόγνωσή της ενεχυριάζει το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, για να δεχτεί τη μομφή του Σπανδωνή: «Εντροπή, πατέρες, αφήσατε τον Χριστόν να περιφέρηται εις τας χείρας των θεοκτόνων!». Και η δραματική απολογία των χτυπημένων από τις συμφορές Χιλιανδαρινών (Ιανουάριος 1823): «ψωμί δεν έχομεν, τα βάρη ανυπόφορα, έλεος από κανένα μέρος δεν γίνεται εις ημάς. Δεν έχομεν νουν εις το κεφάλι μας, εχάθημεν παντελώς, ηφανίσθημεν διόλου. Εξεγυμνώθημεν πανταχόθεν και ελπίς ουδεμία …»!

Κι ο αριθμός των μοναχών συρρικνώνεται. Το Φεβρουάριο 1824 «γενομένης ακριβούς καταγραφής των κατοίκων με γηραλαίους, σακατεμένους, κολούς, στραβούς και ζητούλους, μετά βίας ευρέθησαν ψυχαί εν τοις σώμασιν αναπνέουσαι, μόλις υπέρ τας επτακοσίας, με γυμνά και πεινασμένα σώματα και ταλαιπωρημένα», ενώ το 1826 αριθμούνται 590: στη Μονή Σιμωνόπετρας βρίσκεται ένας μοναχός. Στην Παύλου, κανένας. Συνέπεια αυτού: οι θεσμοί όλοι σχεδόν βρίσκονται αθετημένοι. Αλλά και ο αριθμός των κρατουμένων συρρικνώνεται. Επιστολή των Εσφιγμενιτών προς την Μονή Βατοπεδίου αναφέρει (Μάρτης 1823) ότι αρκετοί κρατούμενοι πέθαναν από τα δεινά, ενώ τους λοιπούς «εκόλλησε μία ασθένεια νοσωδεστάτη από την πολυκαιρίαν, και εν αυτώ ακολουθεί και θάνατος». Οι φυλακισμένοι μοναχοί στη Θεσσαλονίκη, «όντες τον αριθμόν όλοι ογδοήκοντα και δύο» πέθαναν, αφού «κάθε ημέραν τους εράβδιζεν ο τύραννος χωρίς λύπην εις τους πόδας».

Σ’ όλα τα μαρτύρια των Αγιορειτών συντελούσαν και οι εβραίοι: «… τους αγώνας και τα μαρτύρια και όλας τας μηχανάς των ασεβών, τους κρεμαστήρας όλους εκείνους, τους καθ’ εκάστην ραβδισμούς, τους πολλούς εμπαιγμούς, τα μύρια αναγελάσματα εξ Αγαρηνών και Ιουδαίων …».

Όσο περνά ο καιρός, τόσο και οι συνέπειες από την εγκατάσταση των τούρκων στα σκηνώματα αυξάνουν την ερήμωση. Το μόνο πολύτιμο που έμεινε στις Μονές είναι οι μολυβένιες πλάκες στις σκεπές των ναών, τις οποίες κρατούν οι μοναχοί στις θέσεις τους με κάθε θυσία. Χαρατζής (= φοροεισπράκτορας) που στέλνεται από την Πύλη για τη λήψη του ετήσιου φόρου στάθηκε αδύνατο να συγκεντρώσει το μουκατεσά (=καθυστερημένα χρέη) που έφτανε τις 17.945 γρόσια. Έτσι υποχρεώνει τους Αγιορείτες «να δανεισθώσιν από σαράφην με διάφορον αδρόν σαραφικόν» 12.000 γρόσια, ώστε να συμπληρωθεί το ποσό. Αυτά πληροφορεί σε γράμμα του (16 Αυγούστου 1828) ο πατρ. Αγαθάγγελος.

Τέλος στις 13 Απριλίου του 1830, την Κυριακή του Θωμά, τα δεινά του Άθω παίρνουν τέλος. Ο τουρκικός στρατός αποχωρεί και σιγά σιγά θ’ αρχίσει ν’ αποκαθίσταται η τάξη. Την 1 Ιουνίου του ιδίου έτους αρχίζει και η λειτουργία της Επιστασίας. Το τίμημα σε ζωές, κτίρια και κειμήλια ήταν αδρότατο. Όμως όλ’ αυτά ωφέλησαν την Ελληνική Επανάσταση. Δεν ήταν μόνο η 9χρονη καθυστέρηση πολλών Τούρκων οπλιτών μακριά από τις εστίες πολέμου στη Ν. Ελλάδα, αλλά και η εξάμηνη καθυστέρηση 10.000 άλλων κατά το 1821 στη Χαλκιδική. Κι όλα αυτά τα καλά οφείλονται στους Αγιορείτες, σύμφωνα και με τη φράση του θηριώδη εκείνου σερασκέρη Μουράτ, προς αυτούς: «αυτή η αποστασία έγινε από σας τους καλογήρους …».


Οι μοναχοί, όσοι έμειναν κατά το διάστημα εκείνο στο Όρος, κυριολεκτικά «εθανατομάχησαν  και υπέφεραν εν άκρα υπομονή και γενναιότητι τοσαύτας βασάνους επί δεκαετίαν εν τω ιερώ αυτώ τόπω, και με θυσίαν της ζωής των διετήρησαν τα ιερά σκηνώματα …» όπως αναφέρει σε έγγραφό του ο πατρ. Κωνστάντιος 1830). Αυτοί οι μοναχοί είναι οι πιο ηρωικοί άντρες σ’; όλη την Ιστορία  του Αγίου Όρους. Οι φόροι που πλήρωνε το Όρος ετησίως έφταναν τις 20.000 γρόσια. Το ποσό αυτό κατά την περίοδο που εξετάζουμε, υπερτετραπλασιάστηκε, φτάνοντας τις 89.000 . Εκτός από την πάγια εισφορά των 200.000 γρ.

Η εξέγερση θα είχε, οπωσδήποτε, άλλη έκβαση, αν βρισκόταν ένας καλός πολέμαρχος στη Χαλκιδική  του τύπου Ανδρούτσου, Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη. Επίσης και μεταξύ των Αγιορειτών, αν βρισκόταν ένας μοναχός με πολεμική φλόγα, αλλά και ανάλογη αγιότητα, του ύψους του Πατροκοσμά, αλλιώς θα εξελίσσονταν όλα.  Γενικά οι Αγιορείτες θα μπορούσαν να βοηθήσουν περισσότερο. Ίσως να μη συνειδητοποίησαν βαθιά πως «όλα τα ιερά μοναστήρια, η δόξα, η ησυχία, η ζωή σας, τα πάντα κρέμανται από την σωτηρίαν του Γένους..», όπως επέστελλε  προς αυτούς ο Δημήτριος Υψηλάντης  και συνέχιζε με την προτροπή: «και αυτούς τους χρυσούς και αργυρούς κόσμους των ιερών εικόνων πρέπει να τους μεταχειρισθείτε κατά των ασεβεστάτων εικονομάχων … Δείξατε, λοιπόν, τον ιερόν ζήλον σας, γενναίοι στρατιώται του Χριστού …!»  Αλλά και σ’ άλλη επιστολή του (12 Ιουλίου) ο γενναίος στρατηγός εκφράζει την ευχή, και το Άγιο Όρος «να αγωνισθή γενναίως και με σώματα και με χρήματα. Όχι μόνον δια την ατομικήν του σωτηρίαν, αλλά και, ει δυνατόν, δι’ όλην την ελευθερίαν του γένους, από το οποίον έλαβε την ύπαρξίν του και την δόξαν του, και χωρίς τούτου δεν ημπορεί να σωθεί …» Τα αυτά περίπου λόγια θα χρησιμοποιήσει, λίγα χρόνια μετά, και ο Δημ. Τσάμης Καρατάσσος. Υπήρξαν στην Ιστορία κρίσιμες ώρες, κατά τις οποίες η Εκκλησία χρησιμοποίησε πολύτιμα σκεύη της για το γενικό καλό. Η επιστολή του Αγίου Διονυσίου, που είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο προτρέπει σε τέτοιες πράξεις.

 Η παραπάνω αυστηρή κρίση δεν συμφωνεί ποσώς με το λόγο του Παπαρρηγόπουλου ότι οι μονές του Αγίου Όρους  «ούτε προθυμίαν ούτε καρτερίαν ικανήν έδειξαν», διότι ο λόγος εκφράζει πρόχειρη εκτίμηση. Εξάλλου «αν τούτο ούτως είχε δεν θα ετιμωρούντο  (οι Αγιορείτες) πικρώς, ως αυτός ούτος (ο Παπαρρηγόπουλος) λέγει, αλλά μάλιστα θα ημείβοντο γενναίως». Θα ήταν ουσιαστική η βοήθεια του Όρους, αν αυτό συνέτρεχε με πυρίτιδα. Όμως τέτοια δεν υπήρχε.Μαρτυρούν οι επιστολές της Ιεράς Κοινότητος προς Ύδρα, Σπέτσες, Σκόπελο, Τρίκερι  και Δημήτριο Υψηλάντη με τις οποίες ζητούσε απεγνωσμένα πυρίτιδα, για να εφοδιάσει το στράτευμα. Μέχρι τη Μάλτα ζήτησε πυρίτιδα.  Το Όρος προμήθευε τους πολεμιστές με ό,τι είχε. Μολύβι μόνο έστειλε με μιας  6,5 τόννους, πού οι τόννοι τα ζυμωμένα ψωμιά, τα λοιπά τρόφιμα, το κρέας, τα ενδύματα.. Δεν πρέπει όμως να λησμονιέται ότι των μοναχών έργο δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η προσευχή. Γι’ αυτό και οι Υδραίοι έγραφαν  (18 Ιουλίου 1821)  «…Ενισχύσατε, θείοι πατέρες, τους πλησίον σας χριστιανούς. Συναγωνισθήτε οι δυνάμενοι υπέρ της ελευθερίας και της πίστεως, οι δε λοιποί παρακαλείτε τον Κύριον των δυνάμεων υπέρ των αγωνιζομένων εις τον παρόντα ιερόν πόλεμον..» «Παρακαλείτε, θείοι Πατέρες, τον Ύψιστον   Θεόν, να ενισχύση το γένος των Χριστιανών δια να καταστρέψη την θαλάσσιον δύναμιν του απίστου, και τότε είσθε βέβαιοι, ότι όλον το γένος μένει ελεύθερον».

Μένει να εξετάσουμε την υποδοχή που είχαν τα ιερά κειμήλια, και οι μοναχοί που τα συνόδευαν, στην ελεύθερη Ελλάδα. Τα κειμήλια βρίσκονται ασφαλώς φυλαγμένα, μακριά από τους τούρκους, στην Ύδρα, στον Πόρο, σε άλλα νησιά, καθώς και στη Μ. του Μεγάλου Σπηλαίου. Η Βουλή, σε επανειλημμένες  συνελεύσεις, εξετάζει  «αν πρέπει  να μετακομισθώσι και αυτοί οι φέροντες αυτά μοναχοί» και, επίσης «να διορισθώσιν οι κατά τόπους αρχηγοί και έφοροι  να βάλωσιν εις πράξιν τον αυτόν διορισμόν». Στο μεταξύ οι Αγιορείτες υποβάλλουν αίτηση στη Βουλή  (16 Μαρτίου 1822) να τους δοθεί  ένα κτήμα που να καλλιεργούν για τις ανάγκες τους.  Το αίτημα γίνεται δεκτό «με την συμφωνίαν ρητώς», μετά την απελευθέρωση, «να επιστρέφεται ο τόπος εις το Γένος». Το υποδεικνυόμενο «οθωμανικόν κτήμα ποτέ», που είχε και πύργο, έκειτο  στην επαρχία  Τροιζηνίας «αντικρύ  της νήσου Πόρου».



Η γη όλη γύρω και το αμπέλι ήταν από καιρό εγκαταλειμμένα και χέρσα. Η νέα πολυμιγής  αγιορειτική αδελφότητα  των 20 Μονών του Άθω, συνολικά 40 μοναχοί, είναι κάτοχος και δύο «καλών πλοίων», που της χρησιμεύουν για ψάρεμα αλλά και μεταφορές.  Η συμφωνία αυτή είναι συμφέρουσα: οι πατέρες «θέλουν προσφέρει  καθημερινά γονυκλισίας εις Θεόν  υπέρ ενισχύσεως του φιλοχρίστου στρατού». Επίσης  με την εργατικότητα, τη φιλάδελφη διάθεση και τον ανυστερόβουλο  πατριωτισμό τους θα γίνονται και πρακτικώς «χρήσιμοι εις την πατρίδα».  Η Μ. Εσφιγμένου, της οποίας το σύνολο σχεδόν της αδελφότητος με επικεφαλής  τον Ευθύμιο μετέβη στην ελεύθερη Ελλάδα, φεύγοντας την εκδικητική μανία της τουρκιάς, πρέπει να έχει  ξεχωριστό κτήμα, και τούτο «δια τας πιστάς εκδουλεύσεις της» προς το Έθνος.

 Για τα κειμήλια το μινιστέριον  της θρησκείας (μινίστρος ο Ανδρούσης Ιωσήφ) «έστειλεν άνθρωπον πιστόν  και άξιον  εις νήσον  Πόρον μετά των Αγιορειτών, …όστις κατέγραψεν  όλα τα ιερά κειμήλια και σκεύη». Ο σπουδαίος και όσιος ιεράρχης ρίχνει δειλά τη γνώμη, «επειδή το έθνος έχει τώρα παρά ποτέ την μεγίστην ανάγκην και δείται χρημάτων … και δεν υπάρχουν άλλοθεν  δανεισταί, κρίνω συμφέρον και αναγκαίον  και όσιον το να εξαργυρωθώσιν εκ των ιερών σκευών μερικά» «περιττά ιερά», «άχρηστα σκεύη», έναντι «εθνικών ομολογιών»  που θα εκδοθούν από τη βουλή. Αποφασίζεται «να στείλει η Διοίκησις  ανθρώπους  γνωστούς, οι οποίοι με ακριβή κατάλογον να τα παραλάβωσι και να τα φέρωσιν εδώ (Κόρινθο) και έπειτα η Διοίκησις  φροντίζει  περί της ασφαλείας αυτών και του πρέποντος». Αλλά βλέπουμε, και πολύ αργότερα, να διατηρείται από τους ηρωικούς  εκείνους άνδρες ο ίδιος σεβασμός προς τα ιερά αντικείμενα.  Έτσι μετά την κορύφωση του Αγώνα, αυξήθηκαν οι ανάγκες και προτείνεται στο Βουλευτικό (πρόεδρος ο Βρεσθένης Θεοδώρητος) «να γένη σκέψις  να βαλθώσιν εις υποθήκην και να ληφθώσι  χρήματα, τα οποία να χρησιμεύσωσι  δια τας κατά γην και θάλασσαν  εκστρατείας του έθνους».


Άλλα ... αναφέρει το "Ρωμαίικο Οδοιπορικό"

 


Ἔπειτα ἀπὸ τὶς πρόσφατες δημοσιεύσεις ποὺ πραγματοποίησαν πολλὲς ἰστοσελίδες ἐκκλησιαστικῆς εἰδησεογραφίας περὶ ἐμβολιασμοῦ τῶν Ἁγιορειτῶν, καθὼς καὶ μετὰ τὶς πομπώδεις - ψευδείς ἀναφορὲς τους μέχρι καὶ γιὰ 1000 ἐμβολιασμοὺς ἐντὸς Ἁγίου Ὅρους, κατέστη ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ἐρευνήσουμε ἀλλὰ καὶ νὰ δημοσιεύσουμε τὴν πραγματικότητα ποὺ διεστράφηκε σκοπίμως!

Ὡς «Ρωμαίικο Ὁδοιπορικὸ» ἐπικοινωνήσαμε μὲ Ἁγιορεῖτες Πατέρες, οἱ ὁποῖοι καὶ μᾶς πληροφόρησαν ἐπακριβῶς γιὰ τὴν ἐπικοινωνιακὴ προπαγάνδα ποὺ στήθηκε, λαμβάνοντας ὑπόψιν τὴν ἐπιρροὴ καὶ τὸ πνευματικὸ βεληνεκὲς τοῦ Ἁγίου Ὅρους.

Ὄχι μόνο δὲν ὑπῆρξε οὐσιαστικὴ προσέλευση τῶν Μοναχῶν τῆς Ἁγιώνυμης...

Πολιτείας πρὸς ἐμβολιασμό, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἡ ἀποχή τους θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ἀνησυχητικὴ γιὰ τοὺς προπαγανδιστὲς τῆς ἐμβολιαστικῆς ἐκστρατείας!

Καὶ γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, οἱ ἀριθμοὶ ποὺ σᾶς παραθέτουμε μιλοῦν ἀπὸ μόνοι τους:

Πρὶν ἀπὸ ἕνα μήνα περίπου, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες κλήθηκαν νὰ δηλώσουν ἐὰν θὰ ἐμβολιαστοῦν, ὥστε νὰ γίνει καὶ ἡ ἀνάλογη παραγγελία τῶν ἐμβολίων. Ἀπὸ τοὺς 2.000 χιλιάδες Μοναχοὺς ποὺ ἐγκαταβιώνουν στὸ Ἅγιον Ὅρος, δήλωσαν ὅτι θὰ ἐμβολιαστοῦν λιγότεροι ἀπὸ 300 πατέρες, δηλαδὴ 15% τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἁγιορειτῶν! Τελικὰ στάλθηκαν 400 ἐμβόλια, ἁπλῶς γιὰ νὰ ὑπάρχουν…

Θὰ ἦταν παράλειψη νὰ μὴν ἀναφέρουμε, ὅτι στὶς Καρυές πού εἶναι πρωτεύουσα τοῦ Ἁγίου Ὅρους, σχολιάζεται ἀπὸ Πατέρες ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐργαζομένους ἀρνητικὰ ὁ ἐμβολιασμὸς μὲ τέσσερις κυρίως ἄξονες:

Α) Σημαίνουσες πνευματικὲς προσωπικότητες τοῦ Ἁγίου Ὅρους ὅπως ὁ Γέρων Παρθένιος Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Παύλου, ὁ Γέρων Εὐθύμιος τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ στήν Καψάλα, ὁ Γέρων Γαβριὴλ τοῦ Ἱεροῦ Κουτλουμουσιανοῦ Κελλίου Ὁσίου Χριστοδούλου τοῦ ἐν Πάτμῳ, ὁ Γέρων Παῦλος ἀπὸ τὰ Βουλευτήρια - MD Μοριακῆς Βιολογίας καὶ Βιοϊατρικῆς, κάλυψαν τὸ θέμα πνευματικὰ καὶ ἰατρικὰ μὲ ἀπαρέγκλιτη ἕως σήμερα ἀρνητικὴ στάση στὸν ἐμβολιασμό.

Β) Πολλοὶ δηλώνουν: «Ἀρνοῦμαι νὰ γίνω πειραματόζωο».

Γ) Μὲ τόσες παρενέργειες ποὺ προκύπτουν στοὺς ἐμβολιασμένους, ἐκτιμᾶται ὅτι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δήλωσαν ὅτι θὰ ἐμβολιαστοῦν, τελικά θά εἶναι ἀρκετὰ μικρότερος ὁ ἀριθμός.

Δ) Πολλὲς Ἱερὲς Μονὲς ἔχουν νοσήσει ἀπὸ τὸν Κορωνοϊὸ μὲ μηδαμινὲς ἀνάγκες ἰατρικῆς περίθαλψης (Καρακάλλου, Δοχειαρίου, Κωνσταμονίτου, Ζωγράφου κ.ἂ.) καὶ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὸν μέγεθος τρομοκρατίας ποὺ παρουσιάζεται.

Τέλος, ἡ Μονὴ Βατοπαιδίου θεωρεῖ ἀκατάλληλο τὸ ἐμβόλιο τῆς Pfizer καὶ μὲ δικό της ἰατρικὸ ἐπιτελεῖο κάνει ἔρευνα γιὰ ἐναλλακτικτὲς ἐπιλογές.


Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ : ΜΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ





Είχα χαθεί μέσα στα ψηλά δέντρα, στους πυκνούς θάμνους, στους ήχους του αγέρα που συνόδευε τα κελαηδίσματα των πουλιών.

Που βρίσκομαι; Που είναι το μονοπάτι; Πως βρέθηκα εδώ;  Σαν να υπνοβατούσα τόση ώρα και τώρα ξάφνου ξύπνησα. Ξεκίνησα από την Σκήτη για να πάω στο μοναστήρι αλλά…

Πάντως ακόμα είμαι μέσα στο Περιβόλι της Παναγίας…θάλασσα δεν ακούω, μονοπάτι δεν βλέπω, όμως κάτι μου ψιθυρίζει ότι καλά βαδίζω.

Ο ήλιος αρχίζει να κοκκινίζει καθώς θα ανανεώσει το ραντεβού του με τον Άθω σε λίγες ώρες.

Βαδίζω λοιπόν με μία υποφώσκουσα αγωνία μήπως με πιάσει το βράδυ εδώ έξω στην ερημιά.


«Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι…». Η προσευχή γίνεται όλο και πιο έντονη μιας και συνειδητοποιώ ότι η νύκτα αρχίζει να μου χαμογελά απειλητικά.

Βαδίζω αργά, μιας και τα πόδια μου έχουν κουραστεί. Ευτυχώς έχω λίγο νερό μαζί μου. Ακουμπώ σε μία πέτρα για να ξαποστάσω. Πρέπει όμως να μην χασομερήσω…είμαι μόνος, χαμένος, κουρασμένος…δεν έχω και πολύ χρόνο.

Το σώμα μου ζητά ανάπαυση, μα δεν το αφήνω να του περάσει.

Είμαι ακόμα ακουμπισμένος στον βράχο και προσπαθώ να βάλω μέσα στην σχολική τσάντα που έχω απ’όταν ήμουν φοιτητής, το μπουκαλάκι με το πολύτιμο νερό μου, όταν απ’ το πουθενά…όλες μου οι αισθήσεις αρχίζουν να λειτουργούν υπερεντατκά.

Ακίνητος, ένα με την πέτρα που πλέον έγινε στασίδι αποκάλυψης…

Ένας μοναχός, μεσήλικας, με μαλλιά λυμένα μέχρι τη μέση, με γένια πυκνά και ατημέλητα, με μάτια σπινθηροβόλα, διασχίζει τον νοητό δρόμο του λίγα μέτρα πιο πέρα. Όχι, δεν είναι όλα «φυσιολογικά».   

Ο μοναχός βαδίζει γοργά λέγοντας την ευχή: «Κύριε, ελέησόν με». Λέει την ευχή δυνατά, ζωντανά, σχεδόν τραγουδιστά. Εκεί που έλεγα ότι θα τον χάσω από μπροστά μου ξαφνικά ο μοναχός σταματά. Σταμάτησε για μένα; Δεν ξέρω. Δεν αντιδρώ. Απλά κοιτώ σαστισμένος τα δρώμενα.

Ο μοναχός σταματά. Σταματά βίαια και μαζί του σταματά να ανασαίνει και όλη η φύσις γύρω του. Πουλιά δεν ακούγονται, ο άνεμος σιώπασε, ακόμα και ο χρόνος λες και ξεχάστηκε…

Γυρίζει το βλέμμα του με θάρρος προς τα πίσω, τα χείλη του επιτακτικά και αγριεμένα απευθύνονται σε κάποιον που δεν τον βλέπω. Γονατίζει χάμω, με το κεφάλι του να ακουμπά τα τριβόλια και τις πέτρες.

Τι συμβαίνει; Κάνω να πλησιάσω, μα κάτι μου λέει ότι είναι κακή ιδέα. Ο μοναχός γονατιστός εκεί περνά μερικά λεπτά, νεκρική σιγή απλώθηκε γύρω μας. Φοβάμαι. Νιώθω πολύ άσχημα, θέλω να φύγω…

Ο μοναχός σηκώνεται, κάνει τον σταυρο του. «Φύγετε απ’εδώ…δεν έχετε καμία δουλειά εδώ…», είναι τα λόγια του που μου κόβουν την ανάσα.

«Μα, σε ποιους απευθύνεται»; σκέφτομαι.

Και τότε, βλέπω… Βλέπω κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Βλέπω ένα μέτρο από τον μοναχό να στέκονται… πολλές σκιές. Μαύρες, αλλοπρόσαλλες, σαν αερικά…η όσφρησή μου γεμίζει με δυσοδία, τα αυτιά μου με απαίσιους ήχους, απόκοσμους, δαιμονικούς.

«…ναι, και αυτός είναι μαζί μου τώρα…φύγετε», λέγει ο μοναχός προς τις σκιές δείχνοντας προς το μέρος μου. Ακολουθούν σπασμωδικές κινήσεις από ετούτα τα πλάσματα που μου έφεραν τόση αναστάτωση, τόση δυσφορία…φεύγουν, χάνονται μέσα στην ερημιά…

Χωρίς να χάσει καιρό, ο ρασοφορεμένος άνδρας, μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Το σώμα μου έχει παραλύσει. Αρνείται να υπακούσει την προτροπή… «΄Ελα ευλογημένε, μην φοβάσαι….».

Δειλά, δειλά κάνω προς το μέρος του. Όσο πλησιάζω τόσο γεμίζω ηρεμία, ο φόβος σβήνει… «Θεέ μου, τι άνθρωπος είναι αυτός;» αναρωτιέμαι… Μα πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου, μου απαντά: «Ένας ταλαίπωρος είμαι και εγώ, αμαρτωλός που ζητά έλεος…»

… μου χαμογελά, το πρόσωπό του φωτεινό, τα μάτια του καθάρια, η μορφή του βιβλική. «Θεέ μου, τι άνθρωπος;»

Κάνω να φιλήσω το χέρι του πριν προλάβει να το τραβήξει, μα δεν τα καταφέρνω. Με κοιτά στα μάτια, και μου λέει: «Έλα ευλογημένε, γιατί θα μας πιάσει η νύκτα, ακολούθα με…».


Το Άγιον Όρος από ψηλά

Μπροστά ο μοναχός ανοίγει τον δρόμο προς τον άγνωστο προορισμό μας. Προσπαθώ να τον προλάβω, κινείται γρήγορα και σταθερά, κινείται σαν να μην περπατά…θαρρείς ότι πετά, ότι δεν κινείται σαν άνθρωπος αλλά σαν άγγελος.

Μετά από μερικά λεπτά, ξεπροβάλει μπροστά μας μια καλύβι. Ξύλινη, μικρή, με έναν μικρό κήπο στο πλάι. «Φτάσαμε…» μου λέγει ο μοναχός. «Σήμερα θα μείνεις εδώ μαζί μου, αύριο θα πάμε στο μοναστήρι, γιατί τώρα δεν προλαβαίνουμε, θα έχουν κλείσει οι πόρτες, εκτός κι αν το μετανιώσεις και δεν θελήσεις να πας…».

«Δεν του είπα τίποτα για το μοναστήρι…πως το ήξερες;» αναλογίστηκα.

Ανοίγει η πόρτα της καλύβης και εισέρχομαι μέσα. Λες και μπήκα μέσα σε τάφο που γεύτηκε ανάσταση…πόσες πνευματικές καταστάσεις να πραγματώθηκαν σε τούτο τον τόπο…

Οι τοίχοι, γεμάτοι εικόνες. Ένα μικρό τζάκι. Κρεβάτι δεν υπήρχε. Πέντε μικρές καρέκλες, τόσο κοντές που όταν προσπάθησα να καθίσω τα γόνατά μου ακουμπούσαν σχεδόν στο στήθος μου.

Η αγριάδα της νύχτας δέσποζε έξω από την καλύβι, μέσα όμως δέσποζε μια απερίγραπτη  γαλήνη. Ο μοναχός με το που μπήκαμε δεν έχασε καιρό, πήγε προς το βάθος που υπήρχε μία υποτυπώδης κουζίνα. Άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε από μέσα μερικά παξιμάδια. Τα έβαλε μέσα σε ένα τσίγκινο πιάτο μαζί με ένα ποτήρι νερό και μου τα έφερε. «Να με συγχωρείς, ευλογημένε. Αυτά έχω τώρα…να με συγχωρείς». «Μα, τι λέτε πάτερ….ευχαριστώ πολύ για τον κόπο που κάνατε για εμένα και την βοήθεια που μου προσφέρατε…», πρόλαβα να πω πριν μου κάνει νόημα να μην συνεχίσω.

Ήπια το νερό μονομιάς. Δεν είχα όρεξη. Δεν πεινούσα πλέον, λες και είχα χορτάσει με αυτά που ζούσα.

Τα λόγια ήταν ελάχιστα που ανταλλάξαμε εκείνο το βράδυ. Δεν χρειαζόταν να πούμε και πολλά…

Έστρωσε χάμω καμιά τρεις κουβέρτες που είχε και μετέτρεψε το χώρο δίπλα στο τζάκι,κάτι σαν κρεβάτι. «Εδώ θα κοιμηθείς ευλογημένε…να με συγχωρείς που δεν έχω κάτι καλύτερο…», είπε. «Εσείς πάτερ;» ρώτησα. «Μην ανησυχείς για εμένα…».

Ήθελα να τον ρωτήσω τόσα πολλά αλλά δίσταζα. Ήθελα να τον ρωτήσω για τις σκιές που μίλησε στο δάσος, για την ζωή του, πως τον λένε, από πού είναι…όμως τίποτα δεν ρώτησα. Τον έβλεπα και μου έφτανε. Γαλήνευα. Ειρήνευα. Χαιρόμουνα.

«Τώρα φεύγω, μην φοβάσαι, εσύ κοιμήσου εδώ, εγώ θα είμαι εδώ γύρω, έχω κάποιες «δουλείες», θα τα πούμε αύριο το πρωί… ξεκουράσου». Δεν πρόλαβα να πω τίποτα. Η πόρτα της καλύβης έκλεισε και έμεινα μόνος μου με τις εικόνες των αγίων και με μία λάμπα λαδιού που έδινε μία γλυκύτητα και ζεστασιά στον χώρο.

Ύπνος δεν με έπιανε. Πήγα προς το παράθυρο μήπως δω που πήγε ο μοναχός. Πουθενά. Άνοιξα την πόρτα. Αμέσως ένα δροσερό αεράκι μου πρόσφερε απλόχερα ρίγος σε όλο μου το σώμα. Έμεινα εκεί μερικά λεπτά, άρχισα να κρυώνω. «Μα που πήγε ο μοναχός»;


Έκατσα στο σκαλοπατάκι της εξώπορτας ατενίζοντας τον ουρανό. Είχα ένα μικρό κομποσχοίνι στην τσέπη μου. Το έβγαλα. Άρχισα λέω την ευχή. Το κρύο δυνάμωνε, αλλά το έβαλα πείσμα να μην μπω τόσο εύκολα μέσα. «Εξάλλου, και ο μοναχός κάπου εκεί έξω είναι..», μου έλεγε ο λογισμός μου.

Πίσσα. Δεν έβλεπες στα δέκα μέτρα. Το φεγγάρι δεν ήταν ούτε το μισό...σύννεφα κάλυπταν τα αστέρια.

Είχα τέτοια ηρεμία μέσα μου που πρώτη φορά είχα νιώσει. Ήμουν μόνος μου σε ένα ξένο τόπο, νύκτα, και όμως ένιωθα οικεία.

Μετά από λίγα λεπτά το σώμα μου με πρόδωσε. Άρχισα να νιώθω καταβεβλημένος… Μπήκα μέσα. Έκανα τον σταυρό μου και ξάπλωσα.

Ο ήλιος δεν είχε βγει για τα καλά όταν η ξύλινη πόρτα δέχτηκε ένα διακριτικό κτύπο.

«Δι’ευχών των αγίων…ευλογημένε, ξύπνησες»; Ανασηκώθηκα, πότε πέρασε η νύκτα;

Χωρίς να το καταλάβω άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου είχα τον μοναχό. «Ευλογείτε πάτερ…» είπα με αγουροξυπνημένη φωνή. Εκείνος χαμογέλασε, με σταύρωσε και μου έδωσε ένα μήλο. Πεινούσα. Καθήσαμε έξω από την καλύβα για λίγη ώρα χωρίς να μιλάμε. Εγώ έτρωγα το μήλο μου και χάζευα τον γύρω χώρο. Η φύση σε όλο της το μεγαλείο.

Ο μοναχός σιωπηλός κινούσε τα χείλη του σε ρυθμούς ψαλμικούς.


Όταν τελείωσα το «πρωινό» μου, ο μοναχός με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Αδελφέ, η ζωή του ανθρώπου δεν έχει νόημα μακρυά από τον Θεό. Ότι κάνουμε σ’αυτή τη ζωή είναι ανώφελο εάν δεν γίνεται προς δόξαν Θεού. Η Παναγία τα οικονόμησε έτσι τα πράγματα ώστε να σε βρώ και να σε φιλοξενήσω για ένα βράδυ στο φτωχικό μου καλυβάκι. 

Μην ευχαριστείς εμένα, εγώ ένας δούλος είμαι. Τον Θεό να ευχαριστείς που σε αγαπά τόσο πολύ….Όσο αφορά το περιστατικό στο δάσος…ξέχασέ το, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να βλέπεις τον Θεό σε κάθε σου κίνηση, σε κάθε περίσταση και να προσπαθείς να τον ευαρεστείς…μην ρωτάς γιατί…..να Τον ευαρεστείς που σε αγαπά, που σε σώζει, που σε κρατά μέσα στην αγκαλιά Του και σε φυλάττει».

Η φωνή του ήρεμη. Σαν να είχε αλλάξει… λες και δεν μιλούσε αυτός, λες και δεν άκουγα με τα αυτιά μου…

Είχα ακούσει πολλούς ομιλητές, πολλά κηρύγματα, πολλούς θεολόγους όμως…εκείνη η φωνή, εκείνα τα λόγια με έκαναν να κλάψω…έκλαιγα από χαρά, έκλαιγα από θαυμασμό, έκλαιγα από κατάνυξη, έκλαιγα μετανοώντας για τα λάθη της ζωή μου….

«Έχε πίστη στον Θεό αδελφέ και μη φοβού…» είπε καθώς με έβλεπε να δακρύζω.

Μετά από λίγη ώρα ηρέμησα. Δεν είπα τίποτα. Δεν μου είπε τίποτα.

Σηκωθήκαμε για να πάμε στη Δάφνη μιας και αποφάσισα να φύγω…ότι ήταν να πάρω το πήρα από το Όρος.

Μετά από αρκετή ώρα φάνηκε η Δάφνη μπροστά μας. «Εδώ θα σε αφήσω, ο Θεός και η Παναγιά μαζί σου» είπε ο μοναχός που ούτε το όνομά του δεν ήξερα. Έκανα να γυρίσω προς το μέρος του να τον ευχαριστήσω…να ρωτήσω πως τον λένε. Δεν τον βρήκα, είχε φύγει. Εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά όσο ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου.


Ο πύργος της Ουρανούπολης

Μπήκα στο καράβι. Θα γύριζα στον «πολιτισμένο κόσμο».

Το καράβι κόντευε την Ουρανούπολη. Χαμένος μέσα σε όλα αυτά που έζησα την προηγουμένη ημέρα δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε. Ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει από το πλοίο το οποίο χόρευε πάνω στην αφρισμένη θάλασσα.

Κατέβηκα και εγώ. Πήγα λίγο παράμερα. Τα κύματα χτυπούσαν αλύπητα την προβλήτα. Η αρμύρα γέμιζε την ατμόσφαιρα…

"Χθες χάθηκα...ή μαλλον βρέθηκα..." σκεφτόμουν.

Κάθισα εκεί για λίγο. Προσκυνητές ερχόταν και έφευγαν.

Ατένιζα προς τον Άθω…προς το Όρος που κρύβει επιμελώς την μεγαλοσύνη του.

Προσκυνητές ερχόταν και έφευγαν.

Η προβλήτα ήταν η πύλη προς την Αλήθεια, η πύλη προς ένα τάφο που ζει την Ανάσταση.

Προσκυνητές ερχόταν και έφευγαν…


  

Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος.


Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ: Ξεκίνησαν οι εμβολιασμοί – Ανακούφιση στους μοναχούς

 Ξεκίνησαν οι εμβολιασμοί κατά του covid-19 και στην αθωνική πολιτεία. Όπως αναφέρει η σελίδα makthes.gr, ένα σκάφος του λιμενικού μετέφερε χθες τις 400 πρώτες δόσεις από το εμβόλιο της Pfizer και εμβολιάστηκαν οι πρώτοι 36 μοναχοί, καθώς και εργαζόμενοι-συνεργάτες μονών, ενώ οι εμβολιασμοί θα συνεχιστούν και τις επόμενες ημέρες.

 


Το εμβολιαστικό κέντρο στήθηκε στο Κέντρο Υγείας στις Καρυές υπό την εποπτεία του διευθυντή, Κωνσταντίνου Δοκουσλή και μεταξύ αυτών που εμβολιάστηκαν πρώτοι ήταν ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος και ακολούθησαν μοναχοί από της μονές Ιβήρων, Κουτλουμουσίου, Σίμωνος Πέτρας που βρέθηκαν ειδικά για το σκοπό αυτό στις Καρυές. Είναι χαρακτηριστικό πως ζήτησαν να εμβολιαστούν ακόμη και μοναχοί που έχουν νοσήσει από κορονοϊό. Επίσης ενδιαφέρον έχουν εκδηλώσει και αγιορείτες που εγκαταβιούν σε σκήτες μακριά από τις Καρυές.



Όπως αναφέρεται, μεταξύ των αγιορειτών επικρατεί ανακούφιση καθώς οι αρχικές επιφυλάξεις και η άρνηση κάποιων έχουν υποχωρήσει. 


Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Επτά λόγοι στους Χαιρετισμούς


 Αρχιμ.Δαμιανού Ζαφείρη

Δύο δώρα προσφέρουμε κάθε Παρασκευή των Χαιρετισμών στην Παναγία. Δύο υπέροχα δώρα που είναι αντάξια της Μητέρας του Θεού, της Θεοτόκου, της τιμιωτέρας των Χερουβείμ και ενδοξοτέρας των Σεραφείμ. Τα θεσπέσια αυτά δώρα είναι ο Ακάθιστος Ύμνος με τους 24 Οίκους και ο Κανόνας με τις εννέα ωδές. Και τα δυο είναι αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας, που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο υμνογράφος στον κανόνα χρησιμοποιεί για την Παναγία τις φράσεις: «ρόδον τό ἀμάραντον, μύρον πολύτιμον, στάχυνἡ βλαστήσασα τόν θεῖον, εἴσοδος τῶν σωζόμενων, κλίμαξ , γέφυρα, ἱερόν καταφύγιον ἰσχύς καί ὄχυρωμα τῶν ἀνθρώπων, λιμήν, ἄνθος τό ἀμάραντον, τεῖχος καί ὄχυρωμα, ἄστρον ἄδυτον, τῶν ἀθλητῶν στεφάνωμα».

Όλα αυτά χαρακτηρίζουν την ξεχωριστή θέση που έχει η Παναγία στον κόσμο της αγιότητος της Εκκλησίας. Ως Μητέρα του Θεού είναι ο μοναδικός θησαυρός του πιστού, διότι προσφέρεται για την σωτηρία του κόσμου και γι’ αυτό αποκαλείται «κόσμου διάσωσμα ». Η Παναγία είναι το καταφύγιο και το λιμάνι των πιστών, διότι σ’ αυτήν βλέπουν ασφάλεια και προστασία. Και στον Ακάθιστο Ύμνο αποκαλείται « ἀστήρ , ὁδηγός σωφροσύνης, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων, γῆ τῆς ἐπαγγελίας , τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας , τό στέφος τῆς ἐγκράτειας , ὄχημα πανάγιον , οἴκημα πανάριστον , ἐλπίς ἀγαθῶν αἰωνίων, σκηνή τοῦ Θεοῦ καί λόγου, ἁγία ἅγιων με ῖζον , ἀσάλευτος πύργος, τό ἀπόρθητον τεῖχος». Όλα αυτά τονίζουν το μέγιστο έργο της Παναγίας για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα των Σεραφείμ συνεχίζει το θείο έργο με τα πολυάριθμα θαύματα προς όσους προστρέχουν με πίστη και αγάπη στον Θεό.

Ιδιαίτερα ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ευχαριστήριος Ύμνος και εγκώμιο στο πρόσωπο της Παναγίας για το μεγάλο θαύμα που έκανε το έτος 626 στην Κωνσταντινούπολη, νικώντας δυο μεγάλες στρατιές αλλοθρήσκων, τους Πέρσες και τους Αβάρους. Ο Ακάθιστος Ύμνος παρουσιάζει την βαθιά πίστη των προγόνων μας στο Θεό και στην πατρίδα. Αυτά τα δυό ήταν ενωμένα στην ψυχή του λαού του Βυζαντίου και εκφράζονται έντονα στον Ακάθιστο Ύμνο με το « Χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » και « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ τά νικητήρια». Μέ τό « χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » παρουσιάζεται το κοσμοσωτήριο έργο της Παναγίας και με το « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ » τονίζονται τα θαυμαστά γεγονότα της ιστορίας του Βυζαντίου. Τα θρησκευτικά και τα εθνικά ιδεώδη συνυπάρχουν στο λαό του Βυζαντίου. Η έννοια της θρησκείας και της πατρίδος λαμβάνουν ιδιαίτερο χώρο στη συνείδηση του λαού αυτού.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση

Ὁ Ακάθιστος ύμνος μας καλεί να μαθητεύσουμε στην ιστορία των προγόνων μας, για να ωφεληθούμε από τα διδάγματά της για τους κοινούς θρησκευτικούς και εθνικούς αγώνες τους. Οι έννοιες της πίστεως και της πατρίδος συνυπήρχαν στην συνείδηση του λαού του Βυζαντίου. Η πίστη και η ελευθερία ήταν τα μοναδικά ιδανικά των και γι’ αυτά πολεμούσαν μέχρι θυσίας.

Η έννοια της πατρίδας ήταν συνυφασμένη με την έννοια της θρησκείας, διότι σ’ αυτήν υπήρχαν τα ιερά και όσια της πίστεώς των. Ακόμη και οι αρχαίοι πρόγονοί μας έδιναν μία ιερότητα στην έννοια της πατρίδος και αυτό το τονίζει ο σοφός Σωκράτης: «Μητρός τέ καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁ πάντων τιμιώτερον ἐστιν ἡ πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον…» (=Και από την μητέρα και από τον πατέρα κι όλους γενικά τους άλλους προγόνους πιο πολύτιμο αγαθό είναι η πατρίδα και πιο σεβαστό και πιο ιερό…). Ο δε στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του έγραφε: « Γλυκύτερον πρᾶγμα δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν πατρίδα καί τήν θρησκεία». Και ο Κωστής Παλαμάς γράφει με τόλμη: « Δέν ζεῖ χωρίς πατρίδα ἡ ἀνθρώπινη ψυχή».

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην πατρίδα εμπιστευόμαστε τη ζωή μας, τη ζωή των παιδιών μας, την τιμή μας, τα ιερά και τα όσιά μας. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αγαπάμε την πατρίδα μας και να έχουμε εθνική συνείδηση. Διότι η εθνική συνείδηση δηλώνει κοινούς αγώνες, κοινή γλώσσα και θρησκεία και κοινές παραδόσεις.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση πρέπει να πορεύονται μαζί, όπως η ενότητα ενός έθνους και η πίστη στο Θεό, η αρετή και το θείο. Και οι δυο μαζί οδηγούν στην ομόνοια ενός έθνους. Το παρελθόν της Ελλάδος είναι λαμπρό με τις ηρωικές μορφές της που την διέκριναν από όλα τα έθνη του κόσμου. Οι ιερές παραδόσεις εξυψώνουν την εθνική συνείδηση για νέους αγώνες και θυσίες.

Η πίστη στα υψηλά ιδανικά εμπνέει το πνεύμα της άμιλλας, της ενότητας και συνεργασίας που ξυπνά τον Έλληνα από τον λήθαργο της αδιαφορίας και της ατομικής ευμάρειας. Ας ξεχάσουμε τους φανατισμούς μας, τις μισαλλοδοξίες, τις αδικίες και τα μίση που διασπούν την ενότητά μας, διότι η ελληνική ιστορία μας έχει διδάξει ότι τίποτε καλό δεν έχουμε επιτύχει με τις διχόνοιες. Όπως προέτρεπε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τους Έλληνες, «να’ στε μονιασμένοι».

Ορθοδοξία και Ελληνισμός

Πάντοτε η Ορθοδοξία ήταν παράγοντας ενότητας, ειρήνης και συμφιλιώσεως των Ελλήνων, διότι κηρύττει την ελευθερία και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Βλέπει το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα του Θεού και το σέβεται προσφέροντάς του τα υψηλά ιδανικά και τις θεανθρώπινες αξίες του Χριστιανισμού. Η Ορθοδοξία στοχεύει να δημιουργήσει ώριμους και υπεύθυνους ανθρώπους με υψηλούς σκοπούς, ώστε να συμβάλλουν για μια καλύτερη κοινωνία, η οποία να εμφορείται από τις αξίες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αγάπης.

Ως ορθόδοξοι χριστιανοί έχουμε την προσωπική ευθύνη για ορθόδοξο και ελληνικό ήθος. Και τα δυο μαζί να συμπορεύονται και να κατευθύνουν την ψυχή του Έλληνα σε νέους αγώνες και θυσίες. Είναι αλήθεια ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τη μεγάλη αξία της θρησκείας και της πατρίδος.

Μπορεί να αισθανόμαστε αδύναμοι μπροστά στις δυνάμεις των μεγάλων εθνών, στις υπεράριθμες στρατιές άλλων χωρών, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι 12.000 στρατιώτες που είχαν μείνει στα τείχη της Κωνσταντινούπολης με τον πατριάρχη Σέργιο και τον φρούραρχο Βώνο πολέμησαν τις μυριάδες των Περσών και των Αβάρων , που κτυπούσαν αλύπητα τα φρούρια της Κωνσταντινούπολης από ξηρά και θάλασσα. Η νίκη των βαρβάρων ήταν σίγουρη, αλλά δεν είχαν υπολογίσει την πίστη των ολιγάριθμων χριστιανών. Η Παναγία έκανε πάλι το θαύμα της και ως Στρατηγός διηύθυνε το στράτευμα, προσθέτοντας την δύναμη του Θεού και κατατροπώνοντας τις εχθρικές δυνάμεις των Περσών και των Αβάρων. Η δύναμή μας είναι η πίστη μας στο Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία ως Υπέρμαχος Στρατηγός θα οδηγήσει την Ορθοδοξία και τη μικρή Ελλάδα και σε άλλα θαύματα, αρκεί εμείς να είμαστε σταθεροί στην πίστη και στα ιδανικά μας.

Η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός πορευόμενοι μαζί δίνουν μήνυμα και πρόσκληση στον σύγχρονο κόσμο, προσφέροντας τις παραδόσεις και την πνευματική κληρονομιά της. Πάντοτε η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός υπήρξαν ενωμένοι και αυτό δηλώνεται με την σφραγίδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Είναι οι δυο όψεις του αυτού νομίσματος.

Η κρίση των αξιών

Σήμερα ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ελληνική κοινωνία απειλείται από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και συγχρόνως διέρχεται κρίσεις, από τις οποίες κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της. Ξεκινά από τη κρίση των αξιών και των ιδεολογιών και φθάνει μέχρι την κρίση του ανθρωπισμού, της ηθικής, της οικογένειας και της παιδείας. Αυτό που κυριαρχεί περισσότερο είναι η κρίση των ηθικών αξιών, από την έλλειψη της αγάπης και της προσφοράς. Ακόμη ένας αφανής κίνδυνος είναι η κρίση των συνειδήσεων των ανθρώπων, που νεκρώνονται εξαιτίας του ατομισμού και της μοναξιάς.

Σήμερα η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός δίνουν την δική τους μαρτυρία σε όλο τον κόσμο, προβάλλοντας τις πνευματικές τους αξίες στο δυτικό τρόπο ζωής, ο οποίος αποχαυνώνει το ανθρώπινο πρόσωπο και προξενεί μία νέα απαξία, του μηδενισμού και της στείρας λογικής. Η μεν Ορθοδοξία εκτός από μία μυστηριακή εκκλησιολογική ενότητα, δημιουργεί ένα συγκροτημένο άνθρωπο με ορθόδοξο ήθος. Ο δε Ελληνισμός με τον πολιτισμό του προσφέρει ένα κοινωνικό γίγνεσθαι στο σημερινό άνθρωπο, για να ξεφύγει από το λαβύρινθο των αδιεξόδων που μαστίζουν την κοινωνία. Η Ορθοδοξία προβάλλει τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό, ο Ελληνισμός την ακρόπολη των αξιών, την Δημοκρατία με όλα τα υγιή στοιχεία της. Η Ορθοδοξία με την λατρεία της ενώνει τον πιστό με τον Θεό, για να νικήσει τις δυνάμεις της αμαρτίας και να τον οδηγήσει πλέον στη θεία ζωή του καινού κόσμου του Θεού. Ο Ελληνισμός προβάλλει την αρετή του Σωκράτη, την ηθική του Πλάτωνα, την ανδρεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα υψηλά ιδανικά σοφών ανδρών. Και σήμερα υπάρχουν πολλοί που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της Ελλάδος, προσβάλλοντας την εθνική συνείδησή μας με το να αλλοιώνουν την ελληνική Ιστορία (όπως με την ονομασία της Μακεδονίας των Σκοπίων). Επίσης εσωτερικοί εχθροί που προσβάλλουν το ορθόδοξο φρόνημα του Ελληνικού λαού, προβάλλοντας ξενόφερτα πρότυπα ζωής, ιδέες και δοξασίες άλλων χωρών. Προσπαθούν με όλα αυτά να μειώσουν την δύναμη της Ελλάδος και να δεσμεύσουν την ελευθερία της πίστεως του λαού. Στην Ελλάδα γεννήθηκαν ο λόγος και η ελευθερία και η Ελλάδα μεγαλούργησε γιατί πίστευε σε υψηλά ιδανικά και αξίες που την διέκριναν από τις άλλες χώρες του κόσμου. Και σήμερα, αν αγαπάμε την πατρίδα και την Ορθοδοξία μας, είναι ανάγκη να υψώσουμε την φωνή μας τόσο σε ξένους επιβουλείς όσο και σ’ εκείνους που ζητούν να σκλαβώσουν την θρησκευτική πίστη μας είτε σε μια ταυτότητα ή σε ξενόφερτες παραθρησκείες και αιρέσεις που αλλοιώνουν την ορθόδοξη ελληνική παράδοση. Και πάλι η Παναγία θα κάνει το θαύμα της για να μας προστατέψει από εχθρούς, όπως την εποχή εκείνη, αρκεί η πίστη στον Θεό να είναι δυνατή και σταθερή.

Πηγή: www.apostoliki-diakonia.gr, από το βιβλίο: Επτά λόγοι στους Χαιρετισμούς, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1998, σελ. 47-54.


ΣΗΜΕΡΑ Η Α' ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ


Οι Χαιρετισμοί, ή αλλιώς και Ακάθιστος Ύμνος είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο ποίημα, γραμμένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., που μιλάει στην Παναγία και της λέει επαίνους, ευχαριστίες και προσευχές.

Οι Χαιρετισμοί εμπερικλείουν σε ποιητική μορφή, με πανέμορφα λόγια, όλες οι βασικές διδασκαλίες της Ορθοδοξίας για το Χριστό, την ενανθρώπισή του, το ρόλο της Παναγίας για τη σωτηρία του ανθρώπου, την αγνότητα και την αγιότητά Της κ.λ.π., αλλά και για τον αγώνα του ανθρώπου για ένωση με το Θεό και τη βοήθεια που ζητάει από το Χριστό και την Παναγία γι” αυτό τον αγώνα.

Ποιητής των Χαιρετισμών είναι μάλλον ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ένας από τους μεγαλύτερους ελληνόγλωσσους ποιητές όλων των εποχών.

Το ποίημα είναι μελοποιημένο, έχει μουσική και ανήκει στο είδος κλασικής μουσικής του Βυζαντίου που λέγεται «κοντάκιο». Έχει 24 στροφές «οίκους», οι οποίοι αρχίζουν, με τη σειρά, από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου.

Πολύ όμορφοι Χαιρετισμοί έχουν γραφτεί και για πολλούς άλλους αγίους, αλλά οι Χαιρετισμοί της Παναγίας είναι η βασική έμπνευση για όλους τους άλλους που έχουν γραφτεί μετά.

Τον 7ο αιώνα, όταν ο λαός της Κωνσταντινούπολης σώθηκε από την επίθεση των Αβάρων μετά από παρέμβαση της Παναγίας, όλοι έψαλλαν στην Αγία Σοφία τον Ακάθιστο Ύμνο όρθιοι, εξ’ ου και το όνομά του. Τότε, μάλλον, γράφτηκε το πασίγνωστο αρχικό τροπάριο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ».

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ψάλλει τους Χαιρετισμούς κάθε Παρασκευή βράδυ, τις πρώτες 5 εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής.

Για την ακρίβεια, κόβουμε τους Χαιρετισμούς σε 4 κομμάτια, λέγονται «4 στάσεις» και λέμε από ένα κάθε Παρασκευή, ενώ την 5η Παρασκευή λέγεται ολόκληρο το έργο.

Τους Χαιρετισμούς τους απαγγέλλει με τη μουσική τους ο ιερέας. Πριν απ” αυτό, οι ψάλτες έχουν ψάλει ένα άλλο περίφημο μουσικό και ποιητικό έργο, που λέγεται «κανόνας των Χαιρετισμών» (οι κανόνες είναι ένα άλλο είδος βυζαντινής κλασικής μουσικής) και δημιουργός του είναι ένας ακόμη κορυφαίος ποιητής και μουσικός του Βυζαντίου, ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος.

Πολλοί ορθόδοξοι χριστιανοί μέσα στους αιώνες (και σήμερα) συνηθίζουν να διαβάζουν τους Χαιρετισμούς κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν, αντί για άλλη προσευχή. Από τις πολλές φορές, συχνά τους μαθαίνουν απ” έξω.

Η συνήθεια αυτή είναι πολύ ωραία και σωστή, αφού οι ορθόδοξοι προτιμούμε να προσευχόμαστε με τις προσευχές της Εκκλησίας, παρά με προσευχές που δημιουργούμε εκείνη τη στιγμή (αν και λέμε στο Θεό και τέτοιες, αυτοσχέδιες, προσευχές).

Ένας λόγος είναι ότι έτσι ο νους μας ξεκουράζεται και μπορεί να γίνει η προσευχή κυρίως με την καρδιά, δηλ. να στραφούμε ψυχικά προς το Θεό, χωρίς να απασχολούμαστε με το να φτιάξουμε εκείνη την ώρα τα λόγια που θα του πούμε.

Και φυσικά, όταν διαβάζουμε μια προσευχή από βιβλίο (π.χ. τους Χαιρετισμούς ή ένα παρακλητικό κανόνα), ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε στην Παναγία, στο Θεό ή σε έναν άγιο – κι εκείνος επίσης το ξέρει (ακόμα κι αν εμείς δεν ξέρουμε τι θέλουμε να του πούμε, εκείνος ξέρει τι υπάρχει στην καρδιά μας και, καθώς στρεφόμαστε προς αυτόν πνευματικά μέσω της προσευχής που διαβάζουμε, είναι σα να του το λέμε).


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Η προσευχή να γίνεται με καθαρό νού

 Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Πολλά τα αποφθέγματα του Αγίου Παισίου για όλα τα θέματα. Στο επίκεντρο των διδαχών του βρισκόταν πάντα η γαλήνη της ψυχής του ανθρώπου και η στροφή της αγάπης αυτού προς τον Θεό.



Διαβάστε παρακάτω ένα παράδειγμα για το τι έλεγε σχετικά με την παρηγοριά. 

-Γέροντα, όταν είμαι στενοχωρημένη, πως θα βρω παρηγοριά;

-Να καταφύγεις στην προσευχή. Και μόνον το κεφάλι σου να ακουμπήσεις σε μία εικόνα, θα βρεις παρηγοριά. Κάνε το κελλί σου σαν εκκλησάκι με εικόνες που σε αναπαύουν , και θα δης, θα βρίσκεις μέσα σε αυτό πολλή παρηγοριά.

-Μερικές φορές, Γέροντα, κατά την ώρα της προσευχής ασπάζομαι τις εικόνες. Είναι σωστό;

-Σωστό είναι . Κανονικά έτσι πρέπει να ασπαζόμαστε τις εικόνες: Να ξεχειλίζει η καρδιά μας από αγάπη προς τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους, και να πέφτουμε , να προσκυνούμε τις άγιες εικόνες τους.

Μία χρονιά , στις 26 Μαρτίου , που γιορτάζουμε την Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ , προσευχόμουν όρθιος μπροστά στις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας. Για μία στιγμή βλέπω τον Χριστό και την Παναγία να κινούνται σαν ζωντανοί! «Χριστέ μου, είπα, ευλόγησε με». Και, καθώς έπεφτα να προσκυνήσω, μία έντονη ευωδία γέμισε το κελλί. Με επιασε τρέλλα! Το χαλάκι που είχα στρωμένο κάτω, αν και ήταν γεμάτο χώμα, ακόμη και αυτό ευωδίαζε. Έμεινα γονατιστός και…. ασπαζόμουν αυτό το χαλάκι. Τέτοια ευωδία!

-Γέροντα, όταν προσεύχομαι, βοηθάει να φέρω στον νού μου την εικόνα του Χριστού;

-Κοίταξε, όταν προσεύχεσαι μπροστά σε μία εικόνα, η εικόνα βοηθάει, γιατί από την εικόνα περνάς στο εικονιζόμενο πρόσωπο . Όταν όμως προσεύχεσαι νοερώς και είσαι σκυμμένη με κλειστά τα μάτια, δεν πρέπει να φέρνης στην φαντασία σου εικόνες, γιατί μπορεί να το εκμεταλλευθή το ταγκαλάκι και να σού τα παρουσιάση σαν οράματα, για να σε πλανήση και να σού κάνει κακό.

Ιδίως η ευχή καλά είναι να γίνεται με καθαρό νού, χωρίς λογισμούς η παραστάσεις, έστω κι αν αυτές είναι εικόνες του Χριστού η παραστάσεις από την Αγία Γραφή, γιατί αυτό είναι επικίνδυνο, ιδιαίτερα για όσους έχουν πολλή φαντασία και υπερηφάνεια. Μόνον όταν έρχονται ρυπαροί η βλάσφημοι λογισμοί , μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε παραστάσεις από την Αγία Γραφή. Η καλύτερη όμως «παράσταση» είναι η συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας και της αχαριστίας μας.

Από το βιβλίο «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου- Λόγοι Ζ΄Περὶ Προσευχῆς»


Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Ισορροπημένη διατροφή και στη νηστεία της Σαρακοστής

 


Η Σαρακοστή μπορεί να μην είναι και η πιο εύκολη περίοδος για την διατροφή, καθώς χαρακτηρίζεται από την αποχή κατανάλωσης πολλών τροφών, όπως το κρέας, το ψάρι, τα γαλακτοκομικά και τα αβγά, ωστόσο μπορεί να αποδειχθεί και ιδιαίτερα ωφέλιμη για τον οργανισμό.

Δείτε, λοιπόν, την πλήρη λίστα συμβουλών για ισορροπημένη διατροφή στην περίοδο της νηστείας.

Η μεγάλη Σαρακοστή είναι μια περίοδος επτά εβδομάδων που ξεκίνησε την Καθαρά Δευτέρα και καταλήγει στη Μεγάλη Εβδομάδα. Η νηστεία της Σαρακοστής χαρακτηρίζεται από την αποχή κατανάλωσης τροφίμων ζωικής προέλευσης και από την αυξημένη κατανάλωση τροφίμων, όπως όσπρια, λαδερά, θαλασσινά, φρούτα και λαχανικά, ζυμαρικά και ψωμί. Η διατροφή που ακολουθούμε τη Σαρακοστή θυμίζει κατά πολύ τα χαρακτηριστικά της Μεσογειακής Διατροφής και είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη για τον οργανισμό. Μελέτες έχουν δείξει πως τα άτομα που νηστεύουν παρουσιάζουν μειωμένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών και ουρικού οξέος καθώς και χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας. Επίσης, η νηστεία φαίνεται να καταπολεμά και την κατάθλιψη. Για να μπορέσετε, λοιπόν, να καρπωθείτε τα οφέλη της νηστείας και να έχετε μια ισορροπημένη διατροφή, θα πρέπει να προσέξετε τα εξής:

* Καλύψτε τις ανάγκες σας σε πρωτεΐνες. Οι πρωτεΐνες που προέρχονται από τρόφιμα φυτικής προέλευσης είναι χαμηλής βιολογικής αξίας σε σχέση με αυτές των ζωικών τροφών. Με απλά λόγια δεν είναι επαρκείς «ποιοτικά», γιατί δεν περιέχουν όλα τα αμινοξέα που είναι απαραίτητα για τον οργανισμό. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις τροφές που προσλαμβάνουμε. Τρόφιμα πλούσια σε πρωτεΐνες είναι τα όσπρια, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι, το σουσάμι, τα προϊόντα σόγιας και τα προϊόντα ολικής άλεσης. Τροφές με υψηλής βιολογικής αξίας πρωτεΐνες που καταναλώνονται κατά τη νηστεία είναι τα θαλασσινά.


* Δώστε σημασία στις πηγές ασβεστίου. Την περίοδο της νηστείας δεν καταναλώνουμε γαλακτοκομικά προϊόντα κι αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη μειωμένη πρόσληψη ασβεστίου. Ειδικά τα παιδιά και οι έφηβοι που βρίσκονται σε περίοδο ανάπτυξης δεν θα πρέπει να νηστεύουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς τις οδηγίες διαιτολόγου. Καλές πηγές ασβεστίου κατά την περίοδο της νηστείας είναι οι ξηροί καρποί, το μπρόκολο, ο χαλβάς, το σησάμι, το γάλα σόγιας και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά.



* Προσέξτε την πρόσληψη σιδήρου. Ο σίδηρος που περιέχουν τα τρόφιμα φυτικής προέλευσης δεν απορροφάται το ίδιο καλά με το σίδηρο που προέρχεται από τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να καταναλώνετε τροφές πλούσιες σε σίδηρο, όπως όσπρια, εμπλουτισμένα δημητριακά. Για να αυξήσετε την απορρόφηση του σιδήρου, όταν καταναλώνετε μια τροφή πλούσια σε σίδηρο, συνοδεύστε την από ένα τρόφιμο πλούσιο σε βιταμίνη C (λεμόνι, φράουλες, πιπεριές) ή σε μηλικό οξύ (ξίδι από λευκό κρασί).



* Καλύψτε τις ανάγκες σας σε Β12. Μια σημαντική βιταμίνη που βρίσκεται κατά κύριο λόγο στα ζωικά τρόφιμα είναι η βιταμίνη Β12. Η μειωμένη της πρόσληψη οδηγεί στην ανάπτυξη αναιμίας. Για να καλύψετε τις ανάγκες σας σε βιταμίνη Β12, κατά την περίοδο της νηστείας, καταναλώστε θαλασσινά (π.χ. χταπόδι) τουλάχιστον 2 φορές/εβδομάδα.


ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ: ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ;

 


Η ζωή και η παράδοση του Αγίου Όρους είναι αδιάκοπη. Δεν υπήρξε περίοδος κατά την οποία αυτό να έχασε την ταυτότητά του η να λησμόνησε την αποστολή του μέσα στην Εκκλησία και τον κόσμο.

Αποστολή του είναι να δημιουργεί αληθινούς ανθρώπους καθ’ ομοίωσιν Θεού, δηλαδή αγίους, καλλιεργώντας και μεταλαμπαδεύοντας την ζώσα παράδοση της θεώσεως στον κόσμο.

Το Άγιον Όρος έχει μία μοναδικότητα ζωής, κρύβει ένα μυστήριο, μία αναγεννητική δύναμη, που κατευθύνει στον Ουρανό. Γι’ αυτό και πολλοί προσκυνητές που το επισκέπτονται, αλλά και όσοι ακόμη έχουν κάποια επικοινωνία η κάποια σχέση μαζί του, βρίσκουν την εσωτερική πνευματική τους ανάπαυση και πλήρωση.

Σημαντική θέση στην λειτουργία του Αγιορειτικού κοινοβίου έχει η φιλοξενία των προσκυνητών. Δεν νοείται Μονή του Αγίου Όρους δίχως προσκυνητές. Ουσιαστικά τα μοναστικά καθιδρύματα ανήκουν στους προσκυνητές, στον λαό του Θεού.



Οι μοναχοί κάθε μοναστηριού είναι οι πρόσκαιροι οικήτορες και διαχειριστές του για κάποιο χρονικό διάστημα, που παραδίδουν τον χώρο και το πνεύμα της Μονής στην επόμενη γενεά των μοναχών ως ιερά παρακαταθήκη, για να την συντηρήσουν και να συνεχίσουν την παράδοσή της, ώστε να έρχονται και να αναπαύονται οι προσκυνητές.

Το Άγιον Όρος παρόλο που είναι αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής επικράτειας και βρίσκεται υπό την πνευματική σκέπη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχει οικουμενικό χαρακτήρα. Οι μοναχοί του κατάγονται από διάφορες χώρες.

Αλλά και οι επισκέπτες του Αγίου Όρους, οι οποίοι μάλιστα δεν χαρακτηρίζονται ως επιστκέπτες αλλά ως προσκυνητές, γιατί δεν κάνουν κάποιο ταξίδι αναψυχής αλλά έρχονται να προσκυνήσουν τα ιερά σεβάσματα του τόπου, προέρχονται από όλα τα μέρη του κόσμου εκπροσωπώντας διάφορες πολιτιστικές, πνευματικές και θρησκευτικές ακόμη παραδόσεις.

Στην Μονή μας το προηγούμενο έτος, το 2020, είχαμε 40.000 περίπου διανυκτερεύσεις προσκυνητών.

Οι μοναχοί του Αγίου Όρους στο πρόσωπο καθενός προσκυνητού δεν βλέπουν απλώς κάποιον άνθρωπο, βλέπουν την εικόνα του Θεού, τον ίδιο τον Θεό. Λέει ο αββάς Απολλώς για τον τρόπο υποδοχής των αδελφών: «Καθώς έρχονται οι αδελφοί, πρέπει να υποκλινόμαστε με σεβασμό.

Την ώρα εκείνη υποκλινόμαστε στον Θεό και όχι σε αυτούς. Γιατί λέει “είδες τον αδελφό σου, είδες τον Θεό σου”». Οι μοναχοί αναγνωρίζουν τον Θεό στο πρόσωπο του συνανθρώπου, γι’ αυτό τον διακονούν με χαρά, με ταπείνωση, με αγάπη. Η αγάπη αυτή είναι ανιδιοτελής, έχει θυσιαστικό χαρακτήρα. Ο μοναχός δεν περιμένει να του δώσει κάτι ο προσκυνητής.



Ο προσκυνητής δεν πληρώνει για την φιλοξενία του. Ο μοναχός που διακονεί δεν πληρώνεται από κανέναν, δεν έχει καμμία επαφή με χρήματα. Η φιλοξενία στις Μονές του Αγίου Όρους προσφέρεται δωρεάν, αμισθί, διότι έτσι θέλει η οικοδέσποινα του τόπου, η Ηγουμένη του Αγίου Όρους, η Κυρία Θεοτόκος.

Όλα αυτά τα πράγματα, ενώ είναι τόσο ανθρώπινα και απλά, είναι σχεδόν άγνωστα σήμερα στην κοσμική κοινωνία. Η ανιδιοτελής αγάπη, που είναι στην πραγματικότητα η μόνη αληθινή αγάπη, αυτήν που φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο, όχι μόνο έπαυσε να υπάρχει, αλλά και συχνά θεωρείται ως μωρία από τους ανθρώπους.

Το χρήμα, η σκοπιμότητα, η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, έχουν ανυψωθεί σε στόχους και ιδανικά της σύγχρονης κοινωνίας. Γι’ αυτό το πνεύμα και το ήθος του Αγίου Όρους, που είναι πνεύμα και ήθος ανιδιοτελούς αγάπης, έρχεται ως γόνιμη πνευματική δροσιά για μία καλύτερη και πιο ανθρώπινη ζωή στον κόσμο.

Είναι η μόνη κοινωνία που έχει ως σκοπό και ως ελεύθερα επιλεγμένο ιδεώδες την ανιδιοτελή αγάπη, την εν Χριστώ αγάπη, και θεωρεί αμαρτία την έκπτωση από αυτήν.

Είναι η κοινωνία που επιλέγει ως ιδεώδες αυτό που μπορεί πραγματικά να συνενώσει τους ανθρώπους και όχι αυτό που εξαρχής εγγυάται την διάσπασή τους, δηλαδή την ιδιοτέλεια και την εκμετάλλευση για το κέρδος.

Μία σημαντική φιλοφρόνηση που προσφέρεται στους προσκυνητές του Αγίου Όρους είναι η προσκύνηση των αγίων λειψάνων και των θαυματουργών εικόνων, που πλαισιώνεται με την ξενάγηση στο Καθολικό της Μονής.

Διότι δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμότερο και σπουδαιότερο επί της γης από την παρουσία των Αγίων, που διατηρείται διαχρονικά μέσα στον κόσμο με τα λείψανά τους. Αυτός είναι και ο σκοπός της Εκκλησίας, η δημιουργία Αγίων.

Στα ιερά λείψανα των Αγίων βρίσκεται ενοικούσα η θεία Χάρις, η άκτιστη θεία ενέργεια. Ασπαζόμενος λοιπόν ο προσκυνητής αυτά τα άγια λείψανα λαμβάνει την δωρεά της θείας Χάριτος.

Στο Άγιον Όρος ο προσκυνητής έχει την ευλογία να έλθει σε επαφή με πολλούς μεγάλους Αγίους της Εκκλησίας μας.

Στην Μονή μας φυλάσσονται πάνω από διακόσια τεμάχια αγίων λειψάνων, όπως των αγίων Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Τιμίου Προδρόμου, αποστόλων Ανδρέα και Βαρθολομαίου, μεγαλομαρτύρων Παντελεήμονος, Ιακώβου του Πέρσου· και βέβαια το σημαντικότερο κειμήλιο, η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου.

Κάποιος προσκυνητής που είχε πρόβλημα με τα χέρια του, είχαν παραλύσει και δεν μπορούσε να τα κουνήσει, προσκυνώντας την Αγία Ζώνη στην Μονή μας αμέσως θεραπεύθηκε.

Κάποιος άλλος που είχε μεγάλο πρόβλημα με την μέση του προσκυνώντας την εικόνα της Παναγίας Παραμυθίας, μία από τις επτά θαυματουργές εικόνες που φυλάσσονται στην Μονή μας, αισθάνθηκε να τον διαπερνά κάτι σαν ηλεκτρική ενέργεια, και θεραπεύτηκε εκείνη την στιγμή.



Πολλοί προσκυνητές στην Μονή μας αισθάνονται όταν προσκυνούν τα άγια λείψανα μία ευωδία. Αυτή η ευωδία δεν έχει φυσική προέλευση, δεν βάζουμε εμείς κολώνια η άρωμα στα άγια λείψανα. Η ευωδία αυτή είναι υπερφυσική, προέρχεται από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Στους προσκυνητές προσφέρεται και ο λόγος. Συνήθως το διακόνημα του λόγου επωμίζεται ο Γέροντας της Μονής, μπορεί όμως κάποιος αδελφός της Μονής, που ορίζει κάθε φορά ο Γέροντας να ομιλεί σε συνάξεις με τους προσκυνητές.

Εκεί συζητούνται πρακτικά θέματα που έχουν σχέση με την πνευματική οικοδομή των προσκυνητών και δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα και απορίες που προβάλλονται από αυτούς.

Ο θεολογικός λόγος έχει διάφορες βαθμίδες. Ας ορίσουμε κάποιες μορφές θεολογικού λόγου.

Αρχικά έχουμε τον κατηχητικό λόγο. Αυτόν που μπορεί να προσφέρει ένας μορφωμένος θεολογικά άνθρωπος στους ακροατές του δίχως να έχει την ανάλογη εμπειρία.

Μπορεί όμως και αυτός ο λόγος να ωφελήσει τους ακροατές σύμφωνα με την υπόδειξη του Χριστού, «πάντα όσα εάν είπωσιν υμίν τηρείν τηρείτε και ποιείτε· κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε».

Ως δεύτερη βαθμίδα μπορούμε να θεωρήσουμε τον εμπειρικό λόγο, όταν ο λόγος είναι έκφραση και διατύπωση, δημιούργημα εκείνου του νου που ενώνεται και κοινωνεί εμπειρικά με τον ενυπόστατο Θεό Λόγο.

Ο λόγος αυτός είναι «ζων και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον και διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος» και είναι ικανός να θεραπεύσει και να αναγεννήσει την «κοπιώσαν και πεφορτισμένην καρδίαν» των ανθρώπων.

Ο Πατερικός λόγος είναι κυρίως λόγος εμπειρικός, και έχει διαχρονική πνευματική δύναμη και αιώνια ανεκτίμητη αξία.

Υπάρχει όμως μία ακόμη ανώτερη βαθμίδα λόγου, και είναι αυτή του διακριτικού λόγου. Πρόκειται για τον ιδιαίτερο, αποκαλυπτικό λόγο που απευθύνεται προσωπικά στον χριστιανό από έναν χαρισματούχο Γέροντα.



Σε αυτόν τον διακριτικό, διορατικό λόγο αναφέρεται και η περίπτωση εκείνη του Γεροντικού, όπου κάποιος απευθύνεται με πόνο και επιμονή προς τον αββά Ευπρέπιο και λέει: «Αββά, ειπέ λόγον, πως θα σωθώ;».

Ένας τέτοιος διακριτικός πατερικός λόγος μπορεί να γίνει πηγή πραγματικής εμπνεύσεως και πνευματικού ανεφοδιασμού του προσκυνητού.

Συνάντησα έναν αγωνιζόμενο λαϊκό εκτός Αγίου Όρους, ο οποίος μου είπε ότι είχε τρία χρόνια να επισκεφθεί το Άγιον Όρος, αλλά αυτά τα τρία χρόνια τον συντηρούσε πνευματικά ένας λόγος που του είχε πει τότε ένας Αγιορείτης μοναχός.

Μία τέλεια, μία ιδανική κατάσταση στο μυστήριο της θείας εξομολογήσεως είναι η προσφορά του διακριτικού λόγου από τον Πνευματικό και η εν υπακοή αποδοχή του από τον εξομολογούμενο. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οι περισσότεροι χριστιανοί κάνουν την πρώτη εξομολόγησή τους σε κάποιο μοναστήρι.

Πόσοι προσκυνητές έχουν επιστρέψει στο σπίτι τους «εν ετέρα μορφή», ανακαινισμένοι, μεταμορφωμένοι από την Χάρη του Θεού!

Πόσα διαζύγια αποφεύχθηκαν και πόσες διαλυμένες οικογένειες βρήκαν την ποθητή ένωση και θαλπωρή της αγάπης με την συμβολή κάποιου εναρέτου Αγιορείτου πνευματικού!

Πόσοι προσκυνητές δεν βρίσκουν λύση στα αδιέξοδα χρόνια προβλήματα που τους μαστίζουν και τους ταλαιπωρούν μετά την επαφή τους με έναν χαρισματούχο πνευματικό;

Ο προσκυνητής, που φιλοξενείται στο Άγιον Όρος για μία η για περισσότερες ημέρες, θα έρθει οπωσδήποτε σε επαφή με μοναχούς, θα δει τον κοινοβιακό τρόπο ζωής τους και θα παραδειγματιστεί από αυτόν κατά δύναμη.

«Ένα κοινόβιο είναι η τέλεια ευαγγελική κοινότητα, του αποστολικού χορού, των φιλομαρτύρων πρωτοχριστιανών, των καλών αγωνιστών της ευσεβείας, που κύρια μέριμνα είναι το αμέριμνο του απράγμονος βίου της εν Χριστώ ζωής».

Το κοινόβιο, όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο μακαριστός Γέροντάς μας Ιωσήφ, «είναι ο επίγειος ουρανός· το κοινόβιο αν και υφίσταται εντός των ορίων του χρόνου και του χώρου, αν και ευρίσκεται στον κόσμο τούτο, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου».

Στον κόσμο που βρίσκεται εγκλωβισμένος στην εφημερότητα και είναι γεμάτος από την αγωνία και το άγχος της καθημερινότητας με τις πολλές δυσκολίες και τα αδιέξοδα, χωρίς να σκέφτεται ότι μπορεί να υπάρχει κάτι άλλο, διαφορετικό από το καθημερινό που μπορεί να δώσει λύση σε όσα τον ταλαιπωρούν και τον βασανίζουν, το Άγιον Όρος ανοίγει μία άλλη προοπτική ζωής.



Στην μονοδιάστατη οριζόντια ζωή παρουσιάζει την κατακόρυφη πολυδιάστατη κοινωνία με τον Θεό και τους Αγίους Του· με έναν τελείως διαφορετικό και συχνά αντίθετο από τον κοσμικό τρόπο θεωρήσεως των πραγμάτων φωτίζει αληθινά την συγκεχυμένη και αδιέξοδη κοσμική ζωή.

Έτσι ο άνθρωπος μπορεί τελικά όχι μόνο να αξιοποιήσει τις θετικές και ευνοϊκές ευκαιρίες της ζωής, αλλά και να αντιμετωπίσει δημιουργικά τις δύσκολες καταστάσεις, τις αποτυχίες, τις συμφορές ακόμη και αυτόν τον θάνατο.

Παρουσιάζει έναν τρόπο ζωής, που ελευθερώνει τελικά τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου, με όλες τις οδυνηρές επιπτώσεις του, και τον καθιστά πραγματικά ελεύθερο.

Στο Άγιον Όρος, όπως και γενικότερα σε κάθε ορθόδοξο μοναστήρι, καταφεύγουν άνθρωποποι που εγκαταλείπουν τον κόσμο και τον κοσμικό τρόπο ζωής. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να θεωρηθεί, και είναι οπωσδήποτε από μία άποψη, αντικοινωνικό.

Εκείνο όμως που το διακρίνει ουσιαστικά και το ξεχωρίζει από κάθε αντικοινωνικό φαινόμενο είναι το ακόλουθο.

Ο μοναχός δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από εχθρότητα προς αυτόν, αλλά από αγάπη προς τον Χριστό για μία πληρέστερη κοινωνία μαζί Του και δι’ Αυτού με όλο τον κόσμο. Δεν αρνείται τον κόσμο, την κοινωνία, αλλά το κοσμικό φρόνημα, γι’ αυτό εξάλλου επιζητεί την αληθινή εν Χριστώ κοινωνία.

Έτσι η μοναστική κοινωνία, ιδιαίτερα το κοινόβιο του Αγίου Όρους παρουσιάζεται «ως ένα είδος “αντικοινωνίας”, η οποία, χωρίς να έχει την έννοια της αντιθέσεως προς την κοσμική κοινωνία, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία συνεπέστερη χριστιανική ζωή», όπου ζει ο άνθρωπος την κοινωνικότητά του σφαιρικά και ισόρροπα, με την οριζόντια και την κατακόρυφη διάστασή του.

Ο μοναχισμός προσφέρει ένα πρότυπο ζωής. Ειδικότερα το κοινόβιο εκφράζει την πεμπτουσία της Ορθοδοξίας.

Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι ολόκληρη η κοινωνία των πιστών όπως επισημαίνει και ο όσιος Θεόδωρος Στουδίτης είναι “μία Εκκλησία κοινοβιακή”.

Και το μοναστικό κοινόβιο αποτελεί την συνεπέστερη προσπάθεια ιστορικής πραγματώσεώς της». Γι’ αυτό οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έγιναν οι κτίτορες, οι δωρητές και οι ευεργέτες των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, διότι γνώριζαν την ωφέλεια που θα προκύψει μέσα στην κοινωνία από την δημιουργία μοναστηριών.



Η πνευματική ζύμη που προσφέρεται στην κοινωνία από ένα κοινόβιο είναι ικανή να ζυμώσει προς το αγαθότερο όλη την κοινωνία. Αρκεί και μόνο να σκεφτεί κάποιος, πως είναι δυνατόν αυτός που έχει λάβει εντολή από τον Χριστό «να αγαπά τους εχθρούς του», να βλάψει την κοινωνία;

Πως είναι δυνατόν αυτός που έχει λάβει την εντολή «να γίνει άγιος», να θεωθεί και να καταστεί πολίτης «της ουράνιας πολιτείας» να μην είναι συγχρόνως καλός και αγαθός πολίτης της επί γης πολιτείας;

Το κοινόβιο είναι ένα εργαστήριο σωτηρίας και αγιότητος. Ο αληθινός μοναχός, τόνιζε ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, «είναι προϊόν του Αγίου Πνεύματος».

Είναι αυτός που βρίσκει τον αληθινό εαυτό του μέσα στην καρδιά του και κατόπιν τον Θεό, και κοντά Του ολόκληρο τον κόσμο. Υπάρχουν μοναχοί σήμερα στο Άγιον Όρος που έχουν λησμονήσει τον εαυτό τους, δεν προσεύχονται για τον εαυτό τους, προσεύχονται ακατάπαυστα, ώρες ολόκληρες για τον κόσμο.

Αυτή είναι η ουσιαστικότερη προσφορά του αγιορειτικού μοναχισμού, η προσευχή υπέρ της ειρήνης και της σωτηρίας σύμπαντος του κόσμου. Ο προσκυνητής που θα έρθει σε επαφή με αυτούς τους μοναχούς ακόμη και αν δεν μιλήσει μαζί τους θα ωφεληθεί από την παρουσία τους. Στο Γεροντικό αναφέρεται για τρεις αδελφούς που είχαν συνήθεια να επισκέπτονται τον Μέγα Αντώνιο και να τον ρωτούν για τα πνευματικά ζητήματα που τους αποσχολούσαν.

Ο ένας από αυτούς ήταν πάντοτε σιωπηλός, ποτέ δεν ρωτούσε κάτι τον αββά Αντώνιο. Ο δε αββάς Αντώνιος ρώτησε σε κάποια στιγμή αυτόν τον αδελφό: «Τόσα χρόνια έρχεσαι εδώ και γιατί δεν με ρωτάς κάτι»;

Και ο αδελφός του απάντησε: «Αρκεί μοι μόνον του βλέπειν σε, Πάτερ».

Ο προσκυνητής που ακολουθεί το πρόγραμμα της Μονής προσέρχεται και στις Ιερές Ακολουθίες.

Στο καθολικό της Αγιορείτικης Μονής συμμετέχει στην λογική και νοερά λατρεία, η οποία προσφέρεται στον Θεό «εν ενί στόματι και μια καρδία».

Η λατρεία του Θεού δεν είναι έργο ανθρώπου αλλά μυστήριο, που υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική. Είναι ενέργεια του Αγίου Πνεύματος εντός της Εκκλησίας.

Σε αυτήν δεν είναι παρόντες μόνο οι μοναχοί, οι κληρικοί και οι προσκυνητές, αλλά και οι Άγιοι, οι Άγγελοι, η Παναγία, ο Χριστός. Είναι μία μυσταγωγία που μεταρσιώνει και μεταμορφώνει τον άνθρωπο.

Ένα παιδάκι ηλικίας τεσσάρων ετών πριν μερικά χρόνια στο καθολικό της Μονής μας έβλεπε μέσα στο Ιερό Βήμα πλήθος Αγγέλων, που δεν ήταν βέβαια ορατοί στους πολλούς, ήταν όμως παρόντες.

Παρόμοια βιώματα είχαν συχνά και πολλοί άγιοι λειτουργοί. Αλλά και ο καθένας ανάλογα με την δεκτικότητα και την καθαρότητά του παίρνει και την αμοιβή του. Πόσοι δεν μπήκαν μέσα σε έναν ιερό ναό σκοτισμένοι, με ταραχή και αγωνία, με αισθήματα απελπισίας και απογνώσεως, και βγήκαν φωτισμένοι, ειρηνικοί και χαρούμενοι!



Το Άγιον Όρος λειτουργεί ως πνευματικό ιατρείο. Αποτελεί θεραπευτικό κέντρο και πνευματική οάση στην έρημο του κόσμου της αθεΐας, του αποπροσανατολισμού και του παραλογισμού. Συνιστά δείκτη που παραπέμπει στον Ουρανό και διασφαλίζει την πορεία προς τον Πατέρα.

Ο μακάριος Γέροντας Παΐσιος έλεγε: «Αν ο κόσμος επισκεπτόταν περισσότερο τα μοναστήρια και είχε πνευματικές σχέσεις με μοναχούς, θα έκλειναν πολλά ψυχιατρεία». Στο μοναστήρι καλλιεργείται ο αγιασμός του μοναχού, ο οποίος καλείται να λειτουργήσει ως ζύμη για την πνευματική προκοπή και την σωτηρία του κόσμου.

Δεν υπάρχει σημαντικότερο και σπουδαιότερο γεγονός για τον άνθρωπο από την σωτηρία του.

Ο άνθρωπος κάθε εποχής, και ακόμη περισσότερο ο σύγχρονος άνθρωπος, είναι διασπασμένος, κατατεμαχισμένος πνευματικά, αλλοτριωμένος ολοκληρωτικά από τον εαυτό του. Χρειάζεται ανόρθωση, αποκατάσταση, σωτηρία. Χρειάζεται να γίνει σώος, δηλαδή ολόκληρος, να βρει τον εαυτό του, τον αληθινό άνθρωπο.

Από την σωτηρία αυτήν έχει επιτακτική ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος και αυτήν μπορεί να την γνωρίσει και να την δοκιμάσει στο ευλογημένο και αγιασμένο Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος.


Μεθ'ημών ο Θεός. Λόγια παρηγοριάς- Μοναχός Ποιμήν (Βλάντ)

 Ο πατήρ Ποιμήν (Βλαντ) ηγείται στο κελλί των  Εισοδίων της Θεοτόκου στη Λακκοσκήτη, στο Άγιον Όρος.

 


Αγαπητοί μου! Θα ήθελα να σας μιλήσω λίγο τώρα, που κάθομαι με τον καφέ μου. Κοιτάξτε, μόλις έφτιαξα έναν καφέ με ζάχαρη, έτσι μου αρέσει πιο πολύ.

Ξέρω πως είστε φοβισμένοι (τουλάχιστον πολλοί από σας) από τα πάντα που συμβαίνουν. Και ιδιαίτερα αυτοί που βρίσκονται στην Ιταλία… Αλλά να μην ξεχνάμε κάτι πολύ σημαντικό: Είναι ο Θεός εκείνος που κρατάει το τιμόνι. Ο Θεός, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, δημιούργησε τα πάντα από το τίποτα. Και η Αγία Γραφή μάς λέει ότι και όλα τα μαλλιά μας τα μέτρησε ο Θεός. Πιστεύετε σοβαρά ότι θα συμβεί κάτι παρά τη θέλησή Του, χωρίς την ανοχή Του; Όχι, ποτέ. Γι’ αυτό θέλω να σας παρακαλέσω: Μην ανησυχείτε, μην τρομάζετε και μη φοβάστε, επειδή επέτρεψε ο Θεός να γίνουν όλα αυτά για το καλό μας.


Κάθε βράδυ (και το ξέρουν καλά αυτοί που κατοικούν στα μοναστήρια) τόσο ωραία ψάλλουμε στον εσπερινό και λέμε: «Μεθ’ ημών ο Θεός, γνώτε, έθνη και ηττάσθε, ότι μεθ’ ημών ο Θεός. Επακούσατε έως εσχάτου της γης, ότι μεθ’ ημών ο Θεός. Ισχυκότες ηττάσθε, ότι μεθ’ ημών ο Θεός. Τον δε φόβον υμών ου μη φοβηθώμεν, ουδ’ ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ’ ημών ο Θεός».

Έχετε ακούσει; «Τον δε φόβον υμών». Εδώ λέγεται για τις δυνάμεις του σκότους και για τους ισχυρούς του κόσμου τούτου, που επιθυμούν να μας τρομάξουν. Αλλά δεν έχουμε να φοβόμαστε ποτέ. Γιατί μεθ’ ημών ο Θεός. Και αν είναι μαζί μας ο Θεός, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, για ποιο λόγο να φοβηθούμε; Να είμαστε ήρεμοι και αδιατάρακτοι.

 

Ακούστε να δείτε τι γίνεται: Μπορούμε να μετατρέψουμε αυτά που γίνονται σε κάτι υπέροχο. Οι περισσότεροι από σας κάθονται τώρα στο σπίτι, παιδιά με γονείς. Προσπαθήστε, λοιπόν, να χρησιμοποιήσετε αυτόν τον καιρό για να δημιουργήσετε μια ωραία ατμόσφαιρα στην οικογένειά σας. Τώρα, πράγματι, έχετε καιρό και ιδιαίτερα πιο πολύ καιρό για προσευχή.

Να μαζευτείτε, λοιπόν, το πρωί όλοι μαζί, να διαβάσετε έναν ακάθιστο στην Υπεραγία Θεοτόκο, να τελέσετε τις πρωινές προσευχές. Να διαβάζει ο ένας και οι άλλοι ν’ ακούνε. Και το βράδυ το ίδιο. Στη διάρκεια της ημέρας καλό είναι να μιλάτε ο ένας στον άλλον. Γονείς, μιλήστε στα παιδιά σας, γιατί πριν δεν είχατε αρκετό καιρό να το κάνετε μέσα σε όλες τις φροντίδες και τις δουλειές!

Σβήστε λίγο την τηλεόραση και τα άλλα μέσα ενημέρωσης και προσπαθήστε να περάσετε λίγο χρόνο κουβεντιάζοντας. Ν’ ακούσετε με προσοχή αυτό που έχουν να σας πουν τα παιδιά σας, δώστε τους την ευκαιρία να εκφραστούν. Και μη μιλάτε για τη γρίπη, για τον ιό –αφήστε τα όλα αυτά κατά μέρος. Αφήστε την κατάσταση στα χέρια του Θεού. Μιλήστε για κάτι καλό, που δεν είχατε ευκαιρία να το συζητήσετε πριν. Κάτι που κάποτε σας χαροποιούσε και που το έχετε ξεχάσει. Προσπαθήστε να παρατηρείτε τι μπορείτε να κάνετε, ώστε να χαροποιείτε κι εσείς ο ένας τον άλλον. Μη συναναστρέφεστε με ανησυχία και θυμό.

 

Λοιπόν, να μην ξεχνάμε ότι είναι ο Θεός από πάνω μας. Ότι επέτρεψε όλα αυτά να γίνουν για το καλό μας. Γνωρίζετε καλά πόσα φαινόμενα της σύγχρονης ζωής ξεπέρασαν τα όρια τον τελευταίο καιρό: Εκτρώσεις, μοιχείες, μέθη, ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία και τα λοιπά -τα πάντα έχουμε, τα πάντα αναποδογυρισμένα. Όλος ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Γι’ αυτό φυσικό ήταν να επιτρέψει ο Θεός να συμβεί κάτι τέτοιο. Δεν έχει σημασία για μας από πού ήρθε αυτός ο ιός, από το πουθενά ή από κάποιο εργαστήριο, δεν μας ενδιαφέρει -τον επέτρεψε ο Θεός. Δεν ψάχνουμε την αιτία πουθενά αλλού: Ο κόσμος αποπροσανατολίστηκε και ο Θεός θέλει να μας στήσει πάλι στα πόδια μας. Και γι’ αυτό επέτρεψε να γίνει.

Να θυμηθούμε τώρα την πόλη Νινευή, αν έχετε διαβάσει στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί έγινε ακριβώς το ίδιο, που γίνεται τώρα στον κόσμο: Αυξήθηκε η κακία των ανθρώπων. Και είδε ο Θεός που δεν σταματούσαν οι πολίτες να την αυξάνουν και έστειλε τον προφήτη Ιωνά:

– Να πας και να τους πεις: Έχουν 40 μέρες και μετά η πόλη Νινευή θα καταστραφεί.

Με τον ίδιο τρόπο που καταστράφηκαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Το ίδιο τους έλεγε.

Στην αρχή ο προφήτης Ιωνάς δεν ήθελε να πάει. Γιατί; Γιατί ήξερε ότι ο Θεός είναι ελεήμων. Ο προφήτης θα έλεγε ότι θα καταστραφεί η πόλη σε 40 μέρες και θα μετάνιωναν, θα στρέφονταν προς τον Θεό, θα ντρέπονταν και θα ζητούσαν συγγνώμη. Και ο Θεός θα τους συγχωρούσε και τότε η προφητεία του θ’ αποδεικνυόταν ψεύτικη. Αλλά, τελικά, υπάκουσε στον Θεό, πήγε στους Νινευίτες και τους είπε:

– Σε 40 μέρες η πόλη Νινευή θα καταστραφεί.

Και όταν έφτασε αυτή η φήμη στ’ αυτιά του βασιλιά τους, εκείνος ανακοίνωσε:

– Τέρμα. Από αυτήν την ημέρα θ’ αποστραφούμε των αμαρτιών.

Και έβγαλε αμέσως το μανδύα του, απεκδύθηκε της βασιλικής ενδυμασίας του και φόρεσε ράκη, πασπάλισε το κεφάλι του με στάχτη και σηκώθηκε για προσευχή και μετάνοια. Και είπε τότε:

– Να μετανοήσουν όλοι οι πολίτες, να κατευθύνουν τις ζωές τους στον ορθό δρόμο, να επιδοθούν σε νηστεία και προσευχή. Και όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα πρέπει να νηστέψουν. Επειδή εμείς οι άνθρωποι στενοχωρήσαμε τον Θεό, ενώ τα ζώα είναι αθώα. Μπορεί να Τον συγκινήσουν οι κραυγές τους και τα ουρλιαχτά τους και δεν θα επιβάλει αυτήν την τιμωρία σ’ εμας.

Και όταν είδε ο Θεός τις προσπάθειές τους και πως μετάνιωσαν όλοι, από τον βασιλιά μέχρι τον τελευταίο φτωχό και όλοι προσεύχονται, κλαίνε και Του ζητάνε συγγνώμη, τότε ευσπλαχνίστηκε ο Θεός και απομάκρυνε την τιμωρία από την πόλη.

 

Βλέπετε τώρα; Είπε Αυτός πως θα δώσει 40 μέρες περιθώριο, το πήραν απόφαση και άλλαξαν οι άνθρωποι προς το καλύτερο. Γιατί ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, ο Θεός είναι η αγάπη. Αν δει ότι προσφύγαμε προς Αυτόν ξέρετε τι θα γίνει; Ο ιός αυτός και πάντα τα προβλήματα θα εξαφανιστούν σε λίγες μέρες. Θέλει μόνο να στραφούμε λιγάκι προς σ’ Αυτόν, λίγη προσπάθεια από μέρους μας. Και αν μας βρει απολιθωμένους από τον φόβο, απ’ αυτόν τον παραλυτικό φόβο…

Έχουμε κι έναν άλλο φόβο, πάλι τον φόβο του θανάτου. Ακούστε τι λέει ο Άγιος Βασίλειος: Η μνήμη του θανάτου είναι η μεγάλη σοφία. Αλλά μόνο η μνήμη είναι καλή και όχι ο πανικός, η μνήμη του θανάτου μάς βοηθάει ν’ αναρωτηθούμε τι κάνουμε και πώς ζούμε -ίσως αύριο ή μεθαύριο θα μας πάρει ο Θεός- τι θ’ απαντήσουμε σ’ Αυτόν; Μας βοηθάει να κατανοήσουμε τα σφάλματά μας και να μην αμαρτήσουμε πάλι. Αλλά εμείς, παραλυμένοι από τον φόβο, καθόμαστε μπροστά στην τηλεόραση και αναρωτιόμαστε: Τι καινούργιο συνέβη, πόσοι άνθρωποι πέθαναν, ποιος μολύνθηκε και τι θα γίνει; Έτσι, ασταμάτητα! Για ποιο λόγο; Πώς μας βοηθούν όλα αυτά; Κλείστε την τηλεόραση. Να προσευχηθείτε, να κάνετε κάτι ευχάριστο. Κοιτάτε πώς λάμπει ο ήλιος σήμερα, βγήκε και χθες και θ’ ανατείλει και αύριο. Κελαηδούν τα πουλιά, ανθίζουν τα λουλούδια. Τα πάντα γύρω μας ακολουθούν την κανονική πορεία. Για ποιο λόγο να καθόμαστε κλεισμένοι και παραλυμένοι; Να προσπαθήσουμε να γυρίσουμε στον Θεό και να χαρούμε. Να χαρούμε τον χρόνο που έχουμε, να χαρούμε το σήμερα.

 

Έχετε παρατηρήσει ότι στην αρχή της συζήτησης έφτιαξα τον καφέ μου; Πολύ ωραία. Φτιάξτε κι εσείς ένα καφεδάκι ή ένα φλιτζάνι τσάι, αν δε σας αρέσει ο καφές. Καθήστε στο σαλόνι σας μαζί με τους δικούς σας και μιλήστε. Απενεργοποιήστε όλες τις τεχνολογικές συσκευές σας και μιλήστε. Βρείτε λίγο καιρό για συζήτηση και ξεχάστε τα υπόλοιπα. Προσπαθήστε να χαρείτε ο ένας τον άλλον.

Ο Θεός θα την αναιρέσει και αυτήν τη δυνατότητα κάποτε. Αλλά θέλει να δει κάτι από την πλευρά μας: Ένα βήμα, μια σταγόνα, ένα κομματάκι προσπάθειας να διορθωθούμε.

Κάποιος μου έλεγε πως άκουσε πρόσφατα κάτι θαυμάσιο: Είπε ένας πολιτικός στους δημοσιογράφους, στο τέλος μιας επίσημης ομιλίας:

– Ο Θεός να μας βοηθήσει.

Αλλά γιατί το λέμε μόνο όταν μας βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό; Γιατί δεν το λέμε συνέχεια; Κάθε υπόθεση πρέπει να την ξεκινάμε με τον Θεό και να την τελειώνουμε με τον Θεό:

– Ο Θεός να μας βοηθήσει. Ο Θεός να μας προστατέψει. Να μας βοηθήσει η Υπεραγία Θεοτόκος.

Και να μην ξεχνάμε πως έχουμε την Παναγία μας. Αυτή μας συνδέει με τον Ουρανό. Όλα τα δώρα έρχονται στον κόσμο με τη συμμετοχή της. Προσπαθήστε να διαβάζετε κάθε μέρα έναν ακάθιστο ύμνο, μια δοξολογία προς τιμήν της Θεοτόκου. Θα δείτε πόση βοήθεια θα αισθανθείτε! Η Θεοτόκος δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Αυτή είναι η Μητέρα και ξέρει. Έχει την καρδιά της Μητέρας και ξέρει τι σημαίνουν ο πόνος και τα βάσανα. Και είναι πάντα κοντά μας.

Γι’ αυτόν τον λόγο θέλω να βεβαιώσω όλους εσάς που βρίσκεστε στην πατρίδα ή είστε διασκορπισμένοι σε όλον τον κόσμο, στενοχωρημένοι ή φοβισμένοι ή απελπισμένοι: Δεν την έχουμε ανάγκη αυτήν τη λύπη! Μην ξεχνάμε ότι είναι μεθ’ ημών ο Θεός. Και για ποιον λόγο πρέπει να φοβηθούμε, αν είναι μαζί μας ο Θεός, που δημιούργησε τα πάντα από το τίποτα; Πέρα απ’ αυτά, έχουμε και τη Θεοτόκο -τη διαμεσολαβήτρια και τη σύνδεσή μας με τον Ουρανό.

Εδώ θα ήθελα να κλείσω. Να σας βοηθήσει η Υπεραγία Θεοτόκος, να σας δώσει δύναμη, να σας σκεπάσει με της προσευχές της. Και να χαρούμε πάλι τις ωραίες στιγμές, που τις περνάμε με τα προσφιλή μας πρόσωπα, έχοντας τον Θεό και την Παναγία εν μέσω μας. Αμήν.

 

Μοναχός Ποιμήν (Βλαντ)

Μετέφρασε η Αλεξάνδρα Λαβρόβα

 

Pravoslavie.ru


Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Σαρακοστή: έκτακτη ευκαιρία για αληθινή προσευχή - ΜΩΥΣΕΩΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

 Τα στοιχεία τα κύρια της Σαρακοστής είναι η προσευχή και η νηστεία. Η προσευχή προϋποθέτει την πίστη. Ένας μη προσευχόμενος είναι αβοήθητος, ανασφαλής, τυφλός και μόνος. Δένεται με τη γη, την ύλη, δεν γνωρίζει να πετά ψηλά, να σελαγίζει στους ουρανούς, να έχει απαραίτητη ουράνια συνδρομή. Είναι μαγνητισμένος, δεμένος, προσκολλημένος στα φθαρτά γήινα. Δεν ξαγγιστρώνεται εύκολα. Προσπαθεί να θησαυρίζει στη γη. Αναζητά συνεχώς ηδονές, για να τον χαροποιήσουν, αλλά μάλλον οδύνη του δίνουν. Λυπηρό και αξιοθρήνητο να ψάχνει τη χαρά στη λάσπη.


 + Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου

Η ανάβαση στον ουρανό ξεκινά με τη μεταμέλεια, την ειλικρινή μετάνοια, την κατανυκτική συντριβή. Αξίζει να νιώσει ότι δεν πλάστηκε για το χώμα. Η εμπάθεια δεν χαροποιεί αληθινά. Η προσκόλληση στο ενθάδε είναι σοβαρό λάθος και έχει κόστος με πικρές συνέπειες. Να ανέβεις πιο ψηλά από τα ορώμενα δεν είναι ακατόρθωτο. Είναι εφικτό για όλους. Αρκεί να το θελήσουν, να το αγαπήσουν. Στην αρχή είμαστε διστακτικοί, δειλοί, φοβισμένοι, δεν θέλουμε να το ρισκάρουμε. Μάλιστα το θεωρούμε άπιαστο, παράξενο, αφύσικο, ακατόρθωτο, πάντως όχι για μας. Νομίζουμε πως είναι ανεπίτρεπτο και ανόσιο παιχνίδι, ότι είμαστε πολύ αμαρτωλοί για κάτι τέτοιο.

Η προσευχή δεν είναι μόνο για τους αγίους. Αν όμως κάποιος προσεύχεται σεμνά και ταπεινά, αρχίζει να γλυκαίνεται η καρδιά του, να φωτίζεται, να ενισχύεται και να αναπαύεται. Αισθάνεται ότι αξίζει να προσεύχεται. Νιώθει ευφροσύνη, αγαλλίαση, ασφάλεια, ενδυνάμωση και παρηγοριά. Κατανοεί ότι είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής του, φυσική κίνηση, λειτουργία ένθεη. Γίνεται αγαθή συνήθεια και όχι τυπική πράξη. Καθημερινό εντρύφημα και δώρο. Όπως το σώμα θέλει καθημερινή τροφή, για να συντηρηθεί, έτσι και η αθάνατη ψυχή μας.

Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά το Θεό και να μη συνδέεται μαζί του, να μη συνομιλεί και προσεύχεται. Πάντοτε τον συλλογίζεται και τον επικαλείται. Η μνήμη του Θεού είναι μία προσευχή. Μνημονεύεις τον αγαπώμενο και χαίρεσαι. Η θεία επίκληση είναι αφορμή μεγάλης χαράς, ειρήνης και ευλογίας.

Δίχως την προσευχή η ψυχή μένει άπνοη, αδύναμη, νοσηρή. Η προσευχή δίνει πνευματική υγεία, ισορροπία, διάκριση, φώτιση, αγιασμό. Η προσευχή τον θωρακίζει κατά της αμαρτίας. Ο προσευχόμενος έχει πιάσει κουβέντα με το Θεό και δεν ασχολείται με μάταια πράγματα. Μαθαίνει την ταπείνωση, την πραότητα, την απλότητα και την αγάπη. Ο προσευχόμενος είναι αγαπητό τέκνο του Θεού. Ένα μεγάλο δώρο του Θεού στον άνθρωπο είναι η προσευχή. Η παρούσα περίοδος της Σαρακοστής είναι μία έκτακτη ευκαιρία να μάθουμε να προσευχόμαστε αληθινά.


Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Νηστίσιμα από το Άγιον Όρος: Μια νόστιμη και υγιεινή πρόταση – Φακόρυζο με χταπόδι



 Μία νόστιμη, απλή και υγιεινή πρόταση για τις ημέρες της νηστείας από το Άγιον Όρος.

Τα Υλικά που θα χρειαστείτε:

 

-1 χταπόδι, 1 κιλό περίπου

-1/2 κούπα ξύδι

-300 γρ. φακές χοντρές

-2 μέτρια κρεμμύδια

-80 γρ. ρύζι καρολίνα

-1/2 κούπα ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι

-800 γρ. ώριμες ντομάτες χωρίς τη φλούδα και τους σπόρους, ψιλοκομμένες

-1 κόκκινη και 1 πράσινη πιπεριά σε κομματάκια

-1 κούπα λάδι

-Μαϊντανό

-Αλάτι, πιπέρι

Οδηγίες για την εκτέλεση

Σε μία κατσαρόλα βάλτε το χταπόδι και το ξύδι. Ρίξτε μπόλικο νερό να το σκεπάζει και βράστε το για μία ώρα. Σε μια άλλη κατσαρόλα, βάλτε τις φακές και τα κρεμμύδια. Ρίξτε 3 κούπες νερό και βράστε 30 λεπτά. Στραγγίστε το χταπόδι και αφού κρυώσει και βγάλετε την πέτσα του, το κόβετε σε κομμάτια. Αδειάστε τις φακές που έβρασαν και το ζουμί τους σε πυρίμαχο σκεύος. Πάνω στις φακές τοποθετήστε τα κομμάτια του χταποδιού, το ρύζι, τη ντομάτα, το φρέσκο κρεμμυδάκι, τις πιπεριές, αλάτι και πιπέρι. Περιχύστε με το λάδι και ανακατέψτε απαλά. Ψήστε στους 180 βαθμούς Κελσίου για 40 λεπτά περίπου ή ώσπου να φουσκώσει το ρύζι και το φαΐ να μείνει με το λάδι του.